Αρχαία Ελληνικά Β΄ Λυκείου «Το άγνωστο κείμενο» | Page 342

Αρχαία Ελληνικά Β΄ Λυκείου : « Το άγνωστο κείμενο »
87 . κατηγορέω-ῶ : κατηγορώ , μιλώ εναντίον κάποιου
κατηγορῶ , ἐκατηγόρουν , κατηγορήσω καὶ κατερῶ , κατηγόρησα καὶ κατεῖπον , κατηγόρηκα καὶ κατείρηκα , κατηγορήκειν καὶ κατειρήκειν – κατηγοροῦμαι , κατηγορούμην , κατηγορηθήσομαι , κατηγορήθην , κατηγόρημαι , κατηγορήμην
88 . κεῖμαι : κείτομαι , βρίσκομαι κεῖμαι , ἐκείμην , κείσομαι
89 . κεράννυμι : αναμειγνύω
κεράννυμι , ἐκεράννυν , κεράσω , ἐκέρασα – κεράννυμαι , ἐκεραννύμην , κεράσομαι , κραθήσομαι , ἐκερασάμην , ἐκεράσθην καὶ ἐκράθην , κέκραμαι , ἐκεκράμην
90 . κηρύττω και κηρύσσω : κηρύττω
κηρύττω , ἐκήρυττον , κηρύξω , ἐκήρυξα , κεκήρυχα , ἐκεκηρύχειν – κηρύττομαι , ἐκηρυττόμην , κηρύξομαι , κηρυχθήσομαι , ἐκηρυξάμην , ἐκηρύχθην , κεκήρυγμαι , ἐκεκηρύγμην
91 . κλίνω : γέρνω , στρέφω
κλίνω , ἔκλινον , κλινῶ , ἔκλινα , κέκλικα , ἐκεκλίκειν – κλίνομαι , ἐκλινόμην , κλινοῦμαι , κληθήσομαι και κλινήσομαι , ἐκλινάμην , ἐκλίθην καὶ ἐκλίνην κέκλιμαι , ἐκεκλίμην
92 . κομίζω : μεταφέρω
κομίζω , ἐκόμιζον , κομιῶ , ἐκόμισα , κεκόμικα , ἐκεκομίκειν – κομίζομαι , ἐκομιζόμην , κομιοῦμαι , κομισθήσομαι , ἐκομισάμην , ἐκομίσθην , κεκόμισμαι , ἐκεκομίσμην
93 . κόπτω : κόβω , δενδροτομώ , φονεύω , ερημώνω
κόπτω , ἔκοπτον , κόψω , ἔκοψα , κέκοφα , ἐκεκόφειν – κόπτομαι , ἐκοπτόμην , κόψομαι , κοπήσομαι , ἐκοψάμην , ἐκόπην , κέκομμαι , ἐκεκόμμην
94 . κρίνω : διαχωρίζω , αποφασίζω , εξετάζω , δικάζω
κρίνω , ἔκρινον , κρινῶ , ἔκρινα , κέκρικα , ἐκεκρίκειν – κρίνομαι , ἐκρινόμην , κρινοῦμαι , κριθήσομαι , ἐκρινάμην , ἐκρίθην , κέκριμαι , ἐκεκρίμην
95 . κτάομαι-ῶμαι : αποκτώ , προμηθεύομαι κτῶμαι , ἐκτώμην , κτήσομαι , κτηθήσομαι , ἐκτησάμην , ἐκτήθην , κέκτημαι , ἐκεκτήμην
350