Αρχαία Ελληνικά Β΄ Λυκείου : « Το άγνωστο κείμενο »
78 . θαρσέω-ῶ και θαρρέω-ῶ : έχω θάρρος
θαρσῶ καὶ θαρρῶ , ἐθάρσουν καὶ ἐθάρρουν , θαρσήσω καὶ θαρρήσω , ἐθάρσησα καὶ ἐθάρρησα , τεθάρσηκα καὶ τεθάρρηκα , ἐτεθαρσήκειν καὶ ἐτεθαρρήκειν
79 . θέω : τρέχω θέω , ἔθεον , θεύσομαι , ἔδραμον , δεδράμηκα , ἐδεδραμήκειν
80 . θνῄσκω : πεθαίνω , φονεύομαι
συνήθως σύνθετο : ἀποθνῄσκω , ἀπέθνῃσκον , ἀποθανοῦμαι , ἀπέθανον , τέθνηκα , ἐτεθνήκειν
81 . ἱδρύω : τοποθετώ , ανεγείρω , στήνω , κτίζω
ἱδρύω , ἵδρυον , ἱδρύσω , ἵδρυσα , ἵδρυκα , ἰδρύκειν – ἱδρύομαι , ἰδρυόμην , ἱδρύσομαι , ἱδρυθήσομαι , ἱδρυσάμην , ἱδρύθην , ἵδρυμαι , ἱδρύμην
82 . ἵημι : ρίχνω , βάλλω , προσφέρω , σπεύδω
ἵημι , ἵην , ἥσω , ἧκα , εἷκα , εἵκειν – ἵεμαι , ἱέμην , ἥσομαι , ἑθήσομαι , εἵμην , εἵθην , εἷμαι , εἵμην
83 . ἵκνέομαι-οῦμαι : ἔρχομαι , φθάνω πάντοτε σύνθετο : ἀφικνοῦμαι , ἀφικνούμην , ἀφίξομαι , ἀφικόμην , ἀφῖγμαι , ἀφίγμην
84 . ἵστημι : στήνω
ἵστημι , ἵστην , στήσω , ἔστησα – ἵσταμαι , ἱστάμην , στήσομαι , σταθήσομαι , ἐστησάμην καὶ ἔστην , ἐστάθην , ἕστηκα , ἑστήκειν καὶ εἰστήκειν
85 . καλέω-ῶ : ονομάζω , προσκαλώ , συγκαλώ
καλῶ , ἐκάλουν , καλῶ , ἐκάλεσα , κέκληκα , ἐκεκλήκειν – καλοῦμαι , ἐκαλούμην , καλοῦμαι , κληθήσομαι , ἐκαλεσάμην , ἐκλήθην , κέκλημαι , ἐκεκλήμην
86 . καλύπτω : σκεπάζω
καλύπτω , ἐκάλυπτον , καλύψω , ἐκάλυψα – καλύπτομαι , ἐκαλυπτόμην , καλύψομαι , καλυφθήσομαι , ἐκαλυψάμην , ἐκαλύφθην , κεκάλυμμαι , ἐκεκαλύμμην
349