Αρχαία Ελληνικά Β΄ Λυκείου : « Το άγνωστο κείμενο »
69 . εὑρίσκω : βρίσκω , επινοώ
εὑρίσκω , εὕρισκον καὶ ηὕρισκον , εὑρήσω , εὗρον καὶ ηὗρον , εὕρηκα καὶ ηὕρηκα , εὑρήκειν καὶ ηὑρήκειν – εὑρίσκομαι , εὑρισκόμην καὶ ηὑρισκόμην , εὑρήσομαι καὶ εὑρεθήσομαι , εὑρόμην καὶ ηὑρόμην , εὑρέθην καὶ ηὑρέθην , εὕρημαι καὶ ηὕρημαι , εὑρήμην καὶ ηὑρήμην
70 . ἔχω : έχω , κατέχω , κρατώ
ἔχω , εἶχον , ἕξω καὶ σχήσω , ἔσχον , ἔσχηκα , ἐσχήκειν – ἔχομαι , εἰχόμην , ἕξομαι καὶ σχήσομαι , ἐσχόμην , ἔσχημαι , ἐσχήμην
71 . ζητέω-ῶ : ζητώ , ερευνώ
ζητῶ , ἐζήτουν , ζητήσω , ἐζήτησα , ἐζήτηκα , ἐζητήκειν – ζητοῦμαι , ἐζητούμην , ζητηθήσομαι , ἐζητήθην , ἐζήτημαι , ἐζητήμην
72 . ζήω-ῶ : ζω ζῶ , ἔζων , βιώσομαι , ἐβίων , βεβίωκα , ἐβεβιώκειν
73 . ἡγέομαι-οῦμαι : νομίζω , είμαι αρχηγός , προπορεύομαι , οδηγώ ἡγοῦμαι , ἡγούμην , ἡγήσομαι , ἡγησάμην , ἡγήθην , ἥγημαι , ἠγήμην
74 . ἥδομαι : ευχαριστίεμαι ἥδομαι , ἠδόμην , ἡσθήσομαι , ἤσθην
75 . ἥκω : έχω έλθει ἥκω , ἧκον , ἥξω , ἧξα
76 . ἡττάομαι-ῶμαι και ἡσσάομαι-ῶμαι : νικιέμαι , είμαι κατώτερος από κάποιον
ἡττῶμαι , ἡττώμην , ἡττηθήσομαι , ἡττήθην , ἥττημαι , ἡττήμην 77 . θάπτω : θάβω
θάπτω , ἔθαπτον , θάψω , ἔθαψα – θάπτομαι , ἐθαπτόμην , ταφήσομαι , ἐθάφθην , ἐτάφην , τέθαμμαι , ἐτεθάμμην
348