Αρχαία Ελληνικά Β΄ Λυκείου «Το άγνωστο κείμενο» | Page 339

Αρχαία Ελληνικά Β΄ Λυκείου : « Το άγνωστο κείμενο »
61 . ἔξεστι : επιτρέπεται , είναι δυνατό ἔξεστι , ἐξῆν , ἐξέσται καὶ ἐκγενήσεται , ἐξεγένετο
62 . ἐξετάζω : εξετάζω
ἐξετάζω , ἐξήταζον , ἐξετῶ ( σε – αω ), ἐξήτασα , ἐξήτακα , ἐξητάκειν – ἐξετάζομαι , ἐξηταζόμην , ἐξετασθήσομαι , ἐξητάσθην , ἐξήτασμαι , ἐξητάσμην
63 . ἐπανορθόω-ῶ : επανορθώνω
ἐπανορθῶ , ἐπηνώρθουν , ἐπανορθώσω , ἐπηνώρθωσα , ἐπηνώρθωκα – ἐπανορθοῦμαι , ἐπηνωρθούμην , ἐπανορθώσομαι , ἐπανορθωθήσομαι , ἐπηνωρθωσάμην , ἐπηνωρθώθην , ἐπηνώρθωμαι , ἐπηνωρθώμην
64 . ἐπιθυμέω-ῶ : επιθυμώ ἐπιθυμῶ , ἐπεθύμουν , ἐπιθυμήσω , ἐπεθύμησα , ἐπιτεθύμηκα , ἐπετεθυμήκειν
65 . ἐπίσταμαι : γνωρίζω καλά
ἐπίσταμαι ( οριστική : ἐπίσταμαι , ἐπίστασαι , ἐπίσταται κλπ / υποτακτική : ἐπίστωμαι , ἐπίστῃ , ἐπίστηται / κλπ ευκτική : ἐπισταίμην , ἐπίσταιο , ἐπίσταιτο κλπ / προστακτική : ἐπίστω καὶ ἐπίστασο , ἐπιστάσθω κλπ / απαρέμφατο : ἐπίστασθαι μετοχή : ἐπιστάμενος – η – ον ), ἠπιστάμην ( ἠπιστάμην , ἠπίστασο καὶ ἠπίστω , ἠπίστατο κλπ ), ἐπιστήσομαι , ἠπιστήθην
66 . ἕπομαι : ακολουθώ ἕπομαι , εἱπόμην , ἕψομαι , ἑσπόμην , ἠκολούθηκα , ἠκολουθήκειν ἐργάζομαι : εργάζομαι , ασχολούμαι , ασκώ
ἐργάζομαι , εἰργαζόμην , ἐργάσομαι , ἐργασθήσομαι , εἰργασάμην , εἰργάσθην , εἴργασμαι , εἰργάσμην
67 . ἔρχομαι : έρχομαι ἔρχομαι , ᾔειν καὶ ᾖα , εἶμι , ἦλθον , ἐλήλυθα , ἐληλύθειν
68 . ἐρωτάω-ῶ : ερωτώ
ἐρωτῶ , ἠρώτων , ἐρωτήσω καὶ ἐρήσομαι , ἠρώτησα καὶ ἠρόμην , ἠρώτηκα , ἠρωτήκειν – ἐρωτῶμαι , ἠρωτώμην , ἐρωτηθήσομαι , ἠρωτήθην , ἠρώτημαι , ἠρωτήμην
347