Αρχαία Ελληνικά Β΄ Λυκείου : « Το άγνωστο κείμενο »
52 . εἶμι : πηγαίνω , θα πάω ( ενεστώτας που λόγω της σημασίας του χρησιμοποιείται ως μέλλοντας του ἔρχομαι )
εἶμι , ᾖα καὶ ᾔειν 53 . εἰμί : είμαι , υπάρχω εἰμί , ἦν , ἔσομαι , ἐγενόμην , γέγονα , ἐγεγόνειν 54 . εἵργνυμι και εἱργνύω : εμποδίζω την έξοδο
εἵργνυμι καὶ εἱργνύω , εἵργνυν καὶ εἵργνυον , εἵρξω , εἷρξα – εἵργνυμαι , εἱργνύμην , εἵρχθην , εἷργμαι , εἵργμην
55 . ἐλαύνω : προχωρώ , καταδιώκω
ἐλαύνω , ἤλαυνον , ἐλῶ ( σε – αω ), ἤλασα , ἐλήλακα , ἐληλάκειν – ἐλαύνομαι , ἠλαυνόμην , ἐλάσομαι , ἐλαθήσομαι , ἠλασάμην , ἠλάθην , ἐλήλαμαι , ἐληλάμην
56 . ἐλέγχω : εξετάζω , ερευνώ , αποδεικνύω , κατηγορώ
ἐλέγχω , ἤλεγχον , ἐλέγξω , ἤλεγξα – ἐλέγχομαι , ἠλεγχόμην , ἐλεγχθήσομαι , ἠλέγχθην , ἐλήλεγμαι , ἐληλέγμην
57 . ἕλκω : σύρω , τραβώ
ἕλκω , εἷλκον , ἕλξω , εἵλκυσα – ἕλκομαι , εἱλκόμην , ἑλκυσθήσομαι , εἱλκυσάμην , εἱλκύσθην , εἵλκυσμαι , εἰλκύσμην
58 . ἐναντιόομαι-οῦμαι : εναντιώνομαι
ἐναντιοῦμαι , ἠναντιούμην , ἐναντιώσομαι , ἐναντιωθήσομαι , ἠναντιώθην , ἠναντίωμαι , ἠναντιώμην
59 . ἐννοέω-ῶ : σκέφτομαι , καταλαβαίνω
ἐννοῶ , ἐνενόουν , ἐννοήσω , ἐνενόησα , ἐννενόηκα , ἐνενοήκειν – ἐννοοῦμαι ( σκέφτομαι ), ἐνενοούμην , ἐνενοήθην
60 . ἐνοχλέω-ῶ : ενοχλώ
ἐνοχλῶ , ἠνώχλουν , ἐνοχλήσω , ἠνώχλησα , ἠνώχληκα , ἠνωχλήκειν – ἐνοχλοῦμαι , ἠνωχλούμην , ἐνοχλήσομαι , ἐνοχληθήσομαι , ἠνωχλήθην , ἠνώχλημαι , ἠνωχλήμην
346