Αρχαία Ελληνικά Β΄ Λυκείου «Το άγνωστο κείμενο» | Page 337

Αρχαία Ελληνικά Β΄ Λυκείου : « Το άγνωστο κείμενο »
45 . δοκέω-ῶ : μου φαίνεται , πιστεύω , νομίζω , σκέφτομαι
δοκῶ , ἐδόκουν , δόξω καὶ δοκήσω , ἔδοξα καὶ ἐδόκησα , δεδόκηκα . Συνήθως απρόσωπο : δοκεῖ , ἐδόκει , δόξει , ἔδοξε , δέδοκται καὶ δεδογμένον ἐστὶ , ἐδέδοκτο καὶ δεδογμένον ἦν – δοκοῦμαι ( θεωρούμαι , νομίζομαι ) , ἐδοκούμην , ἐδόχθην καὶ ἐδοκήθην , δέδογμαι καὶ δεδόκημαι
46 . δράω-ῶ : πράττω , ενεργώ , κατορθώνω
δρῶ , ἔδρων , δράσω , ἔδρασα , δέδρακα , ἐδεδράκειν – δρῶμαι , ἐδρώμην , ἐδράσθην , δέδραμαι , ἐδεδράμην
47 . δύναμαι : μπορώ , είμαι ικανός
δύναμαι ( οριστική : δύναμαι , δύνασαι , δύναται κλπ , υποτακτική : δύνωμαι , δύνῃ , δύνηται κλπ ευκτική : δυναίμην , δύναιο , δύναιτο κλπ προστακτική : δύνω , δυνάσθω , δύνασθε , δυνάσθων απαρέμφατο : δύνασθαι μετοχή : δυνάμενος – η – ον ), ἐδυνάμην και ἠδυνάμην ( ἐδυνάμην , ἐδύνω , ἐδύνατο κλπ ), δυνηθήσομαι , ἐδυνησάμην , ἐδυνήθην καὶ ἠδυνήθην και ἐδυνάσθην , δεδύνημαι , ἐδεδυνήμην
48 . ἐάω-ῶ : αφήνω , επιτρέπω
ἐῶ , εἴων , ἐάσω , εἴασα , εἴακα , εἰάκειν – ἐῶμαι , εἰώμην , ἐάσομαι , εἰάθην , εἴαμαι , εἰάμην
49 . ἐγείρω : ξυπνώ , σηκώνω
ἐγείρω , ἔγειρον , ἐγερῶ , ἤγειρα – ἐγείρομαι , ἐγειρόμην , ἐγεροῦμαι , ἐγερθήσομαι , ἠγρόμην , ἠγέρθην , ἐγρήγορα , ἐγρηγόρειν καὶ ἐγήγερμαι , ἐγηγέρμην
50 . ἐθίζω : συνηθίζω
ἐθίζω , εἴθιζον , ἐθιῶ , εἴθισα , εἴθικα , εἰθίκειν – ἐθίζομαι , ἐθιζόμην , ἐθισθήσομαι , εἰθίσθην , εἴθισμαι , εἰθίσμην
51 . εἰκάζω : απεικονίζω , συμπεραίνω
εἰκάζω , εἴκαζον καὶ ᾔκαζον , εἰκάσομαι , εἴκασα καὶ ᾔκασα – εἰκάζομαι , εἰκαζόμην καὶ ᾐκαζόμην , εἰκάσθην καὶ ᾐκάσθην , εἴκασμαι καὶ ᾔκασμαι , εἰκάσμην καὶ ᾐκάσμην
345