Αρχαία Ελληνικά Β΄ Λυκείου «Το άγνωστο κείμενο» | Page 347

Αρχαία Ελληνικά Β΄ Λυκείου : « Το άγνωστο κείμενο »
129 . πίμπλημι : γεμίζω ( κλίνεται όπως το ἵστημι )
πίμπλημι , ἐπίμπλην , πλήσω , ἔπλησα , πέπληκα , ἐπεπλήκειν – πίμπλαμαι , ἐπιμπλάμην , πλησθήσομαι , ἐπλησάμην καὶ ἐπλήμην , ἐπλήσθην , πέπλησμαι , ἐπεπλήσμην
130 . πίπτω : πέφτω πίπτω , ἔπιπτον , πεσοῦμαι , ἔπεσον , πέπτωκα , ἐπεπτώκειν
131 . πλέω
πλέω , ἔπλεον , πλεύσομαι καὶ πλευσοῦμαι , ἔπλευσα , πέπλευκα , ἐπεπλεύκειν – πλέομαι , ἐπλεόμην , πλευσθήσομαι , ἐπλεύσθην , πέπλευσμαι , ἐπεπλεύσμην
132 . πλήττω και πλήσσω : χτυπώ
πλήττω , ἔπληττον , πλήξω , ἔπληξα , πέπληγα , ἐπεπλήγειν – πλήττομαι , ἐπληττόμην , παθ . μελλ . β΄ πληγήσομαι , ἐπληξάμην , ἐπλήγην , πέπληγμαι , ἐπεπλήγμην
133 . πράττω και πράσσω
πράττω , ἔπραττον , πράξω , ἔπραξα , πέπραχα , ἐπεπράχειν – πράττομαι , ἐπραττόμην , πράξομαι , πραχθήσομαι , ἐπραξάμην , ἐπράχθην , πέπραγμαι , ἐπεπράγμην
134 . προσδοκάω-ῶ : περιμένω με βεβαιότητα , ελπίζω
προσδοκῶ , προσεδόκων , προσδοκήσω , προσεδόκησα – προσδοκῶμαι , προσεδοκώμην , προσεδοκήθην
135 . πυνθάνομαι : πληροφορούμαι , ζητώ να μάθω
πυνθάνομαι , ἐπυνθανόμην , πεύσομαι καὶ πευσοῦμαι , ἐπυθόμην , πέπυσμαι , ἐπεπύσμην
136 . ρήγνυμι και ρηγνύω : συντρίβω
ῥήγνυμι καὶ ῥηγνύω , ἐρρήγνυν καὶ ἐρρήγνυον , ῥήξω , ἔρρηξα – ῥήγνυμαι , ἐρρηγνύμην , ῥήξομαι , ῥαγήσομαι , ἐρρηξάμην , ἐρράγην , ἔρρηγμαι , ἐρρήγμην
137 . ῥίπτω
ῥίπτω , ἔρριπτον , ῥίψω , ἔρριψα , ἔρριφα , ἐρρίφειν – ῥίπτομαι , ἐρριπτόμην , ῥιφθήσομαι , ἐρρίφθην καὶ ἐρρίφην , ἔρριμμαι , ἐρρίμμην
355