Αρχαία Ελληνικά Β΄ Λυκείου : « Το άγνωστο κείμενο »
✓ Οἱ Ἀθηναῖοι ἦλθον ναυσί τριάκοντα και ἑξακοσίοις ὁπλίταις . || Οι Α- θηναίοι ήρθαν με τριάντα πλοία και εξακόσιους οπλίτες .
✓ Ἐντεῦθεν Κῦρος ἐξελαύνει συντεταγμένῳ τῷ στρατευμάτι . || Από εκεί προελαύνει ο Κύρος με το στράτευμά του σε παράταξη .
✓ Ὀλίγῳ στρατεύματι οὐ τολμήσει ἐφέπεσθαι . || Με λίγο στράτευμα δε θα τολμήσει να ακολουθήσει .
ε . Το όργανο ή το μέσο ( δοτική του οργάνου , του μέσου ). Δηλώνει το εργαλείο ( κάτι υλικό ) ή το μέσο ( κάτι αφηρημένο ) με το οποίο γίνεται αυτό που σημαίνει το ρήμα .
✓ Ὡπλισμένοι δὲ πάντες ἦσαν θώραξι χαλκοῖς , κράνεσι χαλκοῖς , μαχαίραις . || Ήταν όλοι οπλισμένοι με θώρακες χάλκινους , κράνη χάλκινα και μαχαίρια .
✓ Ἡ ψυχή τρέφεται μαθήμασι . || Η ψυχή τρέφεται με μαθήματα .
✓ Τήν θύρᾳ τῇ βακτηρίᾳ ἔκρουε . || Χτυπούσε την πόρτα με το μπαστούνι .
✓ Οἱ μέν πλούσιοι τοῖς χρήμασι ἐξωνοῦνται τούς κινδύνους . || Οι πλούσιοι με τα χρήματά τους εξαγοράζουν τις δίκες .
✓ Δεῖ τα μέλλοντα τοῖς γεγενημένοις τεκμαίρεσθαι . || Πρέπει να υπολογίζει κανείς αυτά που θα γίνουν στο μέλλον , με βάση αυτά που έχουν γίνει .
στ . Τρόπο ( δοτική του τρόπου ). Δηλώνει τον τρόπο με τον οποίο γίνεται αυτό που σημαίνει το ρήμα . Μπορεί να είναι η δοτική κάθε ονόματος και συνηθέστερα η δοτική τρόπῳ . Εκφέρεται επίσης και με τα δοτικοφανή επιρρήματα ( δηλαδή τη δοτική πτώση αντωνυμιών ή ονομάτων που λειτουργούν επιρρηματικά ):
ἀκοῇ ( σύμφωνα με τις φήμες ), πανστρατιᾷ ( με όλο το στρατό ), βίᾳ ( βίαια ), πάντῃ ( με κάθε τρόπο ), δημοσίᾳ ( με έξοδα του δημοσίου ), πεζῇ ( με τα πόδια ), δρόμῳ ( τρέχοντας , γρήγορα ), προῖκᾳ ( δωρεάν , χάρισμα ), ἔργῳ ( με έργα , στην πραγματικότητα ), σιγῇ / σιωπῇ ( σιωπηλά ), εἰκῇ ( τυχαία ), σχολῇ ( σιγά σιγά ), ἰδίᾳ ( ιδιαιτέρως , χωριστά ), σπουδῇ ( βιαστικά ), κοινῇ ( από κοινού ), ταύτῃ
223