Αρχαία Ελληνικά Β΄ Λυκείου : « Το άγνωστο κείμενο »
✓ φημὶ γὰρ χρῆναί σε τοὺς μὲν Ἕλληνας εὐεργετεῖν , Μακεδόνων δὲ βασιλεύειν , τῶν δὲ βαρβάρων ὡς πλείστων ἄρχειν || λέω , λοιπόν , ότι έχεις υποχρέωση να ευεργετείς τους Έλληνες , να είσαι βασιλιάς των Μακεδόνων και να υποτάξεις στην εξουσία σου όσο το δυνατόν περισσοτέρους βαρβάρους .
ε . Όσα σημαίνουν σύγκριση , διαφορά , υπεροχή : ἡττῶμαι ( είμαι κατώτερος ), λείπομαι ( υστερώ ), ὑστερῶ ( καθυστερώ , είμαι κατώτερος ), διαφέρω ( υπερέχω ), προέχω ( προηγούμαι ), πλεονεκτῶ ( υπερβάλλω ), περίειμι ( υπερέχω )
✓ Μειονεκτῶ τῶν ἰδιωτῶν τῇ εὐφροσύνῃ || Είμαι κατώτερος από τους πολίτες στην ευφροσύνη .
✓ μειονεκτοῦσιν οἱ τύραννοι πάντων μάλιστα || οι τύραννοι βρίσκονται σε μειονεκτικότερη θέση σε σχέση με όλους .
✓ Ἀγαθός ἄρχων οὐδέν διαφέρει πατρός ἀγαθοῦ || Ο καλός άρχοντας δε διαφέρει σε τίποτα από τον αγαθό πατέρα .
✓ Καί νῦν Θηβαίων ἡσσώμεθα || και τώρα είμαστε κατώτεροι των Θηβαίων .
στ . Όσα σημαίνουν απόλαυση , επιθυμία , μετοχή , πλησμονή ( αφθονία ), στέρηση : ἀπολαύω ( απολαμβάνω κάτι ), ὀνίναμαι ( απολαμβάνω , χαίρομαι ), ἐπιθυμῶ , ἐρῶ / ἐρῶμαι ( αγαπώ , επιθυμώ ), ἐφίεμαι ( επιθυμώ ), ὀρέγομαι ( ποθώ , επιθυμώ ), γλίχομαι ( επιθυμώ ), μετέχω ( συμμετέχω σε κάτι ), μεταλαμβάνω ( μετέχω σε κάτι ), κοινωνῶ ( συμμετέχω σε κάτι ), κληρονομῶ , μέτεστί μοί τινος ( μετέχω σε κάτι ), βρίθω , ( είμαι φορτωμένος ), πίμπλαμαι ( είμαι γεμάτος ), εὐπορῶ ( έχω κάτι σε αφθονία ), γέμω ( είμαι γεμάτος ) πλήθω ( είμαι πλήρης ), μεστῶ ( παραγεμίζω ), δέω / δέομαι ( έχω ανάγκη , χρειάζομαι ), δεῖ μοί τινος ( μου λείπει κάτι ), χρῄζω ( έχω ανάγκη , χρειάζομαι ), ἀπορῶ ( στερούμαι ), στέρομαι ( στερούμαι ), σπανίζω ( έχω έλλειψη )
✓ Ἀπολαύουσι τῶν ἀγαθῶν || Απολαμβάνουν τα αγαθά . ✓ πολλῶν δὲ χρημάτων ἐπιθυμεῖ || επιθυμεί πολλά χρήματα .
✓ ὑπεροχῆς γὰρ ἐπιθυμεῖ ἡ νεότης || γιατί τα νιάτα επιθυμούν την υπεροχή .
138