Αρχαία Ελληνικά Β΄ Λυκείου «Το άγνωστο κείμενο» | Seite 129

Αρχαία Ελληνικά Β΄ Λυκείου : « Το άγνωστο κείμενο »
✓ Ἀνάρμοστον τό αἰσχρόν τῷ θείῳ . || Το αισχρό δεν ταιριάζει στο θεό .
✓ Ἐπίστανται τά πρεπωδέστατα γυναιξί . || Γνωρίζουν καλά αυτά που ταιριάζουν πάρα πολύ στις γυναίκες .
6 . Ταυτότητα , ομοιότητα , ισότητα , συμφωνία και τα αντίθετά τους ( ὁ αὐτός , ὅμοιος , ἀνόμοιος , ἴσος , ἄνισος , σύμφωνος , ἐναντίος , κ . ά .)
✓ Ὅμοιος τῷ ἀδελφῷ . || Όμοιος με τον αδελφό .
✓ Λόγοι ἵσοι τῷ μεγέθει τῶν ἔργων . || Λόγια ίσα με το μέγεθος των έργων .
✓ Ὡπλισμένοι τοῖς αὐτοῖς ὅπλοις Κύρῳ . || Είχαν οπλιστεί με τα ίδια όπλα με τον Κύρο .
7 . Τα σύνθετα με τις προθέσεις ἐν και σύν ή με το επίρρημα ὁμοῦ ( ἔμφυτος , σύμφυτος , σύμμαχος , συγγενής , ὅμορος , κ . α .)
✓ Αἰδῶς καί φόβος ἔμφυτα τοῖς ἀνθρώποις εἰσί . || Η ντροπή και ο φόβος είναι έμφυτα στους ανθρώπους .
✓ Χώραν ὅμορον τῇ Λακωνικῇ οἰκοῦσιν . || Κατοικούν σε χώρα γειτονική με τη Λακωνική .
β . αναφορά και προσδιορίζει συνήθως επίθετα που δηλώνουν ικανότητα , σύγκριση , καταλληλότητα ή κατάσταση ( ἀσθενής , δεινός , καλός , δυνατός , εὐπροσήγορος ( γλυκομίλητος , προσηνής ), ἱκανός , ἰσχυρός , τραχύς , φοβερός , ταχὺς ) ( δοτική της αναφοράς ).
✓ ἐγὼ δ᾽ […] οὔτε ποσίν εἰμι ταχὺς οὔτε χερσὶν ἰσχυρός || εγώ δεν είμαι ούτε γρήγορος στα πόδια ούτε ισχυρός στα χέρια .
✓ Ἀλκιβιάδης ὁ Κλεινίου , ἀνὴρ ἡλικίᾳ μὲν ἔτι τότε νέος || ο Αλκιβιάδης , ο γιος του Κλεινία , άντρας που τότε ήταν ακόμη νέος στην ηλικία .
✓ Εὐπροσήγορος τῷ λόγῳ . || Γλυκομίλητος στην εκφορά του λόγου .
γ . τον βαθμό κατά τον οποίο διαφοροποιείται κάτι από κάτι άλλο , όταν προσδιορίζει συγκριτικούς ( σπανιότερα υπερθετικούς ) βαθμούς επιθέτων επιτείνοντας τη σημασία τους ( δοτική του μέτρου ή της διαφοράς ). Συνηθισμένες
128