Αρχαία Ελληνικά Β΄ Λυκείου : « Το άγνωστο κείμενο »
✓ Νόμισμα ἀργυροῦ καῖ χρυσοῦ ἔλαβε . || Πήρε ένα νόμισμα κατασκευασμένο από ασήμι και χρυσό .
✓ Κώπη ἐλέφαντος || λαβή από ελεφαντόδοντο .
✓ Φοινίκος αἱ θύραι πεποιημένοι εἰσίν || Οι πόρτες έχουν κατασκευαστεί από φοίνικα .
δ . Γενική του περιεχομένου . Δηλώνει το περιεχόμενο ενός αντικειμένου ή μιας έννοιας που δηλώνει πλήθος ή ποσότητα .
✓ βοῶν ἀγέλης νομεύς || βοσκός μιας αγέλης βοδιών . ✓ Σωρός ξύλων και λίθων . || σωρός από ξύλα και πέτρες . ✓ Πλοῖα σίτου . || πλοία φορτωμένα με σιτάρι ✓ κρήνη δὲ ἡδέος ὕδατος || βρύση με δροσερό νερό .
ε . Γενική της ιδιότητας . Δηλώνει κάποια ιδιότητα του προσδιοριζόμενου ουσιαστικού , συνήθως μέγεθος , ηλικία , ποσότητα οπότε συνοδεύεται και από α- ριθμητικό .
✓ ὀκτὼ σταδίων […] τεῖχος || τείχος οκτώ σταδίων . ✓ ὁδός τριῶν ἡμερῶν || δρόμος τριών ημερών . ✓ Παῖς πέντε ἐτῶν || παιδί πέντε ετών . ✓ Πρόσωπο τόλμης || τολμηρό πρόσωπο .
στ . Γενική της αξίας . Δηλώνει την αξία ή το τίμημα και εξαρτάται συνήθως από τα επίθετα : ἄξιος ( αυτός που έχει ίση αξία ή τιμή , αυτός που αξίζει ), ἀνάξιος ( αυτός που δεν είναι άξιος , που δεν έχει αξία , ο τιποτένιος , ο άχρηστος ), ἀντάξιος , ἐπάξιος , ἀξιόχρεως ( άξιος για κάτι , εγγυητής ), ὠνητός ( αγοραστός ), τίμιος ( αυτός που έχει αξία , πολύτιμος , ακριβός ), κ . ά .
✓ Δόξα χρημάτων οὐκ ὠνητή || Η δόξα δεν αξοράζεται με χρήματα . ✓ Δέκα μνῶν χωρίον || τοποθεσία αξίας δέκα μνων .
✓ οὐ γὰρ μικρὰ τὰ ἁμαρτήματα οὐδὲ συγγνώμης ἄξια || γιατί τα σφάλματά δεν είναι μικρά ούτε αξίζουν τη συγγνώμη σας .
124