( ΑΡΘΡΟ) παρ. 1γ και 33 παρ. 2 Ν. 3190 / 55, Π. Δ 219 / 91 κ. λπ., στο δίκαιο « περί εμπορικών και αστικών μισθώσεων », θεμελιούμενο στα άρθρα 281, 288, 588, 672, 766 Α. Κ. – βλ. Π. Παρασκευάς « Πρακτική Εμπορικών Μισθώσεων », 2000 σελ. 236- 237, όπου σε υποσ. 21 παραπομπές σε θεωρία και νομολογία. Βλ. και Απ. Γεωργιάδη-Μιχ. Σταθόπουλο, ΑΚ τόμος ΙΙΙ, Ενοχικό Δίκαιο σελ. 554). 2. Βαρύ παράπτωμα το οποίο μπορεί να οδηγήσει στη λύση μιας σύμβασης υπάρχει όταν: « 1.( υπάρχει) Διαγωγή( πράξη ή παράλειψη) αντικοινωνική. Η διαγωγή δεν είναι ανάγκη να είναι ποινικά κολάσιμη, δεν είναι καν ανάγκη να είναι άδικη, αρκεί με αντικειμενική εκτίμηση να αποδοκιμάζεται από την κοινωνία, να είναι ανήθικη ή κοινωνικά απρεπής. 2. Η αντικοινωνική διαγωγή εκείνου που πράττει ή παραλείπει( πρέπει) α) να οφείλεται σε υπαιτιότητά του και να είναι δυνατόν να καταλογισθεί και β) να στρέφεται « ευθέως » κατά ετέρου( άρθ. 505 ΑΚ « περί ανάκλησης της δωρεάς », κατά το οποίο ο δωρητής έχει δικαίωμα να ανακαλέσει τη δωρεά αν ο δωρεοδόχος, πλην των άλλων, φανεί με βαρύ παράπτωμα αχάριστος- Φραγκίστας σε ΕρμΑΚ τόμος ΙΙΙ, Ενοχικό Δίκαιο-Ειδικό Μέρος-τμήμα πρώτο, άρθ. 496-573 κεφ. ιγ’: Δωρεά υπό άρθ. 505 υπό το τίτλο « Βαρύ παράπτωμα ως εκδήλωσις αχαριστίας » αριθμός 2 έως 6, Καράκωστας σε Απ. Γεωργιάδη-Μιχ. Σταθόπουλο: ΑΚ τόμος ΙΙΙ, Ειδικό Ενοχικό, σελ. 19 υπό το άρθ. 505 ως και άρθ. 1587 ΑΚ., όπου ως λόγος λύσεως της υιοθεσίας προβλέπεται και η αχαριστία, όπως ο λόγος αυτός προστέθηκε με το άρθ. 20 του ν. δ., 4532 / 1966- Παπαχρίστου σε Απ. Γεωργιάδη-Μιχ. Σταθόπουλο: ΑΚ τόμος νΙΙΙ, Οικογενειακό Δίκαιο, 1993 σελ. 404 επ. υπό το άρθρ. 1587 ΑΚ.). Το « βαρύ παράπτωμα », γνωρίζει το Δίκαιο στο άρθ. 505 ΑΚ( ανάκληση Δωρεάς), 1587 ΑΚ( λύση υιοθεσίας). Κατά την ερμηνεία του βαρέως παραπτώματος ως λόγου αχαριστίας στις περιπτώσεις της δωρεάς και υιοθεσίας, οι ανωτέρω συγγραφείς επισημαίνουν: l « Κατά τις περιστάσεις και αυτή η περιφρονητική διαγωγή του δωρεοδόχου έναντι του δωρητή δύναται να χαρακτηρισθεί ως βαρύ παράπτωμα( Εφ. Πατρ. 131 / 1959 ΝΔΙΚ 15, 549)». l « Η αντικοινωνική αυτή διαγωγή πρέπει να συνιστά παράβαση των κανόνων του δικαίου και των αντιλήψεων που επικρατούν γύρω από την ηθική και την ευπρέπεια( ΑΠ 351 / 1967 ΝοΒ 15, 1135)». l « Δεν αποκλείεται πράξεις οι οποίες καθεαυτές δεν αποτελούν βαρύ παράπτωμα, σε συνδυασμό με άλλες ελαφρότερες ή με το σύνολο των περιστατικών ή των ειδικών συνθηκών κάτω από τις οποίες τελέστηκαν να αποτελούν βαρύ παράπτωμα ή αντίθετα( βλ. Μπόσδα ΕλλΔνη 5, σελ. 286)». l « Το γεγονός ότι η πράξη έγινε κάτω από το κράτος ερεθισμού είναι χωρίς σημασία για τον αποκλεισμό του δικαιώματος ανακλήσεως της δωρεάς. Αν όμως η πράξη αχαριστίας του δωρεοδόχου προκλήθηκε από ερεθισμό, ο οποίος οφείλεται σε υπαιτιότητα του δωρητή, τότε θα εφαρμοσθεί η ΑΚ 300 " περί συντρέχοντος πταίσματος "- Πρ. Αθ. 5137 / 1972 ΝοΒ 20, 1972,( Καράκωστας ως ανωτέρω σελ. 19) και l « Για τούτο και επιβάλλεται τα δικαστήρια να είναι αυστηρά στην κρίση τους για το βαρύ παράπτωμα που αποδεικνύει αχαριστία του θετού τέκνου, δεδομένου ότι η κύρωση στη συγκεκριμένη περίπτωση – η λύση της υιοθεσίας – είναι πολύ πιο σοβαρή και με πολλές ηθικές και κοινωνικές προεκτάσεις, από την ανάκληση της δωρεάς( Παπαχρίστου ως ανωτ. σελ. 405 αριθ. 6)» και τέλος l « Αρκεί και διαγωγή ανήθικος ή κοινωνικά απρεπής », « Επίσης πρέπει να ληφθεί υπόψη, μήπως το παράπτωμα του δωρεοδόχου προεκλήθη εξ αναρμόστου διαγωγής του δωρητή, ώστε τούτο να μη δύναται να χαρακτηρισθεί ως βαρύ( Φραγκίστας ως ανωτέρω αριθμοί 3, 4)».
V. Στο σημείο αυτό να επισημανθούν και τα εξής: Α. Κατά την πρόβλεψη της Ασφαλιστικής Νομοθεσίας δεν αρκεί μόνο το « βαρύ παράπτωμα », αλλά αυτό πρέπει να συνεπάγεται και αστική ή ποινική ευθύνη. Β. Κατά τον Γ. Μπαμπινιώτη( Λεξικό για το Σχολείο και το Γραφείο 4 ος τόμος Ν-Π σελ. 768) παράπτωμα είναι « σοβαρό σφάλμα( παράβαση νόμου / ηθικού κανόνα κ. λπ.) πειθαρχικό / ηθικό » και Γ. Η ανωτέρω αναφερθείσα συγγραφέας Παναγιώτα Σ. Ευστρατίου, μελετώντας τον Σπουδαίο Λόγο αναφέρεται στην έννοια παράπτωμα( 66, 67, 68, 280 κ. λπ., χωρίς να δίνει συγκεκριμένο ορισμό του), για τον χαρακτηρισμό μιας συμπεριφοράς, ενέργειας ή παράλειψης, και μόνον(« η διάπραξη ενός παραπτώματος σε πολύ σύντομο χρόνο », « το ότι ο αντισυμβαλλόμενος έχει και στο παρελθόν υποπέσει σε παρόμοια παραπτώματα », « μόλις αντιλήφθηκε το παράπτωμά του ο εργαζόμενος …»( Παναγιώτα Σ. Ευστρατίου, ως ανωτ. σελ. 86, 87 και αλλού).
VI. Από τα πιο πάνω συνάγεται ότι: Oι έννοιες « σπουδαίος λόγος » και « βαρύ παράπτωμα »( που συνεπάγεται « αστικές ή ποινικές ευθύνες », οι οποίες μάλιστα ανάγονται στη σφαίρα της επαγγελματικής δραστηριότητας του διαμεσολαβητή, κατά την Εισηγητική Έκθεση), στο δίκαιο της καταγγελίας της Σύμβασης των ασφαλιστικών διαμεσολαβητών( και δη των πράκτορα, ασφαλιστικού συμβούλου και συντονιστή ασφαλιστικών συμβούλων)( Ν. 1569 / 85, όπως ισχύει), δεν ταυτίζονται και είναι διακριτές, διότι: 1) Ο Νομοθέτης σαφέστατα διακρίνει, στην καταγγελία των συμβάσεων των ανωτέρω ασφαλιστικών διαμεσολαβητών, τον « σπουδαίο λόγο » από το « βαρύ παράπτωμα », ως λόγο καταγγελίας, αφού η μία έννοια( βαρύ παράπτωμα) το 1997 αντικατέστησε την άλλη του Νόμου του 1985( σπουδαίο λόγο) και προφανώς όταν το 1997 θεσμοθετήθηκε το « βαρύ παράπτωμα » ο Νομοθέτης δεν ήθελε να επαναλάβει την ίδια πρόβλεψη με « άλλα λόγια », αλλά ήθελε κάτι άλλο. 2) Η Νομοθεσία μας γνωρίζει και προβλέπει σε διάφορες έννομες σχέσεις και τον σπουδαίο λόγο και το βαρύ παράπτωμα ως διαφορετικές έννοιες. 3) Ο « σπουδαίος λόγος » είναι ευρύτερη έννοια από αυτή του « βαρέως παραπτώματος που συνεπάγεται αστικές ή ποινικές ευθύνες », αφού: α) στον ορισμό του σπουδαίου λόγου γίνεται αναφορά σε « περιστατικά », που έχουν έννομες συνέπειες, ήτοι σε γεγονότα που είναι δυνατόν: είτε να αποδοθούν σε συμπεριφορά / διαγωγή προσώπου τινός( στην εξεταζόμενη υπόθεση του ασφαλιστικού διαμεσολαβητή)( π. χ. όπως αναφέρει η ανωτέρω απόφαση του ΑΠ 105 / 2012, που εξετάζει σπουδαίο λόγο καταγγελίας σε συμβάσεις του ασφαλιστικού διαμεσολαβητή με την ασφαλιστική εταιρεία, αποδίδονται σε συμπεριφορά του ασφαλιστικού διαμεσολαβητή για να κριθούν αν πρόκειται για σπουδαίο τα εξής: l « ανάρμοστη και βλαπτική συμπεριφορά για τα συμφέροντα της εταιρείας και των συναδέλφων των », l « η παραβίαση των εμπορικών συναλλακτικών ηθών και η επίδειξη απαράδεκτης επαγγελματικής συμπεριφοράς », l « η παραβίαση των εμπορικών συναλλακτικών ηθών και την πρακτική των τραπεζικών και γενικών των εμπορικών συναλλαγών, επιδεικνύοντας απαράδεκτη
38( ΑΠΡΙΛΙΟΣ 2016)