Απρίλιος 2016 Απρίλιος 2016 | Page 41

επαγγελματική συμπεριφορά » κ. λπ., κ. λπ. και l « συνεπώς, με τα ανωτέρω, εφόσον … επέδειξε εν γένει αθέμιτη επαγγελματική συμπεριφορά υπήρχε πράγματι σπουδαίος λόγος για την καταγγελία …») είτε δεν έχουν σχέση με τη συμπεριφορά / διαγωγή του προσώπου προς το οποίο απευθύνεται η καταγγελία( του ασφαλιστικού διαμεσολαβητή) ή ακόμα και με συμπεριφορά τρίτου.( π. χ. αποτελούν σπουδαίο λόγο και γεγονότα που δεν προέρχονται και δεν αφορούν κανένα από τους δύο αντισυμβαλλομένους, υπό την προϋπόθεση πάντοτε ότι δημιουργούν κατάσταση που δεν επιτρέπει τη συνέχιση της συμβάσεως για τον καταγγέλλοντα( βλ. Αγραφιώτη σε Απ. Γεωργιάδη – Μιχ. Σταθόπουλο Α. Κ. τόμος ΙΙΙ Ενοχικό δίκαιο σελ. 555 υπό το άρθρο 672 ΑΚ όπου παραπέμπει και σε Αγαλλόπουλο και Καποδίστρια και Λιακόπουλο σε ιδίους ως ανωτ. σε τόμο IV Ειδικό Ενοχικό σελ. 71 όπου αναφέρεται ότι « συστηματικά σπουδαίους λόγους μπορεί να συνιστούν είτε …….. είτε περιστατικά χειραφετημένα οποιασδήποτε προσωπικής συνδέσεως( π. χ. κακή πορεία των εργασιών της εταιρείας) αναγόμενα είτε στον κύκλο της δραστηριότητας της εταιρείας είτε εκτός αυτού( βλ. Ν. Ρόκα Εμπ Εταιρίαι σ, 69, Γεωργακόπουλος Ι σ. 397- 398, Καυκά αρθρ. 766 παρ. 3 σ. 146 όπου και περιπτωσιολογία)», ενώ επίσης η κακή πορεία των εργασιών μιας εταιρείας, που είναι σπουδαίος λόγος καταγγελίας της, μπορεί να οφείλεται σε γεγονότα πέρα από το νομικό πρόσωπο της εταιρείας και τους εταίρους της, όπως προβλήματα οικονομικής ή τραπεζικής κρίσης ή πτώχευσης πελατών της ή / και προμηθευτών της κ. λπ., ενώ επίσης η έντονη διαταραχή των σχέσεων μεταξύ των εταίρων, που είναι επίσης σπουδαίος λόγος καταγγελίας της εταιρείας, μπορεί να οφείλεται σε γεγονότα πέρα από τους εταίρους, π. χ. κακές σχέσεις συγγενών τους με αντίκτυπο σ’ αυτούς, παρεξηγήσεις και προβλήματα σε οικογενειακό και όχι εταιρικό επίπεδο, ενώ τέλος, σπουδαίοι λόγοι για την καταγγελία μπορεί να είναι και ανυπαίτιοι λόγοι ως η στράτευση, η ασθένεια εταίρου κ. λπ., βλ. Ελ. Λεβαντή Το Δίκαιο των Εμπορικών Εταιρειών τόμος πέμπτος περί ΕΠΕ 1990 σελ. 2094) ενώ β. στον ορισμό του βαρέως παραπτώματος γίνεται πάντα αναφορά σε συμπεριφορά / διαγωγή συγκεκριμένου προσώπου( και στην ασφαλιστική νομοθεσία του ασφαλιστικού διαμεσολαβητή). 4) Για τη στοιχειοθέτηση του « βαρέως παραπτώματος » απαιτείται να υπάρχει συμπεριφορά / διαγωγή( πράξη ή παράλειψη) αντικοινωνική / ανήθικος [ και μάλιστα ακόμα περισσότερο, για το ισχυρό και νόμιμο της στέρησης της εκ του Νόμου αποζημίωσης, στη καταγγελία της σύμβασης του ασφαλιστικού διαμεσολαβητή η αντικοινωνική / ανήθικος αυτή συμπεριφορά / διαγωγή( πράξη ή παράλειψη) πρέπει να συνεπάγεται και αστικές ή ποινικές ευθύνες ], ενώ για τη στοιχειοθέτηση του « σπουδαίου λόγου » δεν απαιτείται η συμπεριφορά / διαγωγή( πράξη ή παράλειψη) να είναι αντικοινωνική / ανήθικος [ και μάλιστα ακόμα περισσότερο μπορεί να μην υπάρχει καν συμπεριφορά / διαγωγή ]( βλέπε ανωτέρω υπό IV και VI 3). 5) Θεωρώ ότι η διάταξη του Ν. 1569 / 85- όπως ισχύει, περί στερήσεως της προμήθειας των τριών ετών, σε περίπτωση καταγγελίας της σύμβασης του ασφαλιστικού διαμεσολαβητή με την ασφαλιστική εταιρεία, είναι δημόσιας τάξης, καθόσον αφορά το ελάχιστο της αποζημίωσης που δικαιούται να λάβει ο ασφαλιστικός διαμεσολαβητής στη λύση της σύμβασής του με καταγγελία από την ασφαλιστική εταιρεία. Ούτω δεν είναι δυνατόν να υπάρξει συμβατική παραίτηση από το δικαίωμά του να αξιώσει την αποζημίωση αυτή, από μέρους του ασφαλιστικού διαμεσολαβητή και αν υπάρξει αυτή θα είναι άκυρος, ενώ αντίθετα μπορεί να συμφωνηθεί, και να είναι έγκυρη, αποζημίωση για μεγαλύτερο χρόνο της τριετίας αλλά και για όταν υπάρχει βαρύ παράπτωμα που συνεπάγεται αστικές ή ποινικές ευθύνες ή ακόμα και για όταν η σύμβαση λύθηκε με πρωτοβουλία του διαμεσολαβητή. Κατά τα ανωτέρω: Σε περίπτωση καταγγελίας από την ασφαλιστική εταιρεία της σύμβασης με τον ασφαλιστικό της διαμεσολαβητή για σπουδαίο λόγο, ούτος δικαιούται να αξιώσει και η εταιρεία υποχρεούται να του καταβάλλει την κατά Νόμο προβλεπόμενη προμήθεια( αποζημίωση « μετενέργειας ») ενώ αντίθετα στέρηση της προβλεπόμενης αποζημίωσης, με την έννοια της μη υποχρέωσης καταβολής της από την ασφαλιστική εταιρεία, θα υπάρξει μόνο( πέρα από την προβλεπόμενη από τον Νόμοάρθρο 4 παρ. 4 και 20 παρ. 3 Νόμου 1569 / 1985 όπως ισχύει στέρηση σε περίπτωση λύσης της σύμβασης με πρωτοβουλία του ασφαλιστικού διαμεσολαβητή) όταν ο ασφαλιστικός διαμεσολαβητής υποπέσει σε « βαρύ παράπτωμα που συνεπάγεται ποινική ή αστική ευθύνη » και όχι αν μόνον επιδείξει συμπεριφορά, που αποτελεί μεν σπουδαίο λόγο ή παράβαση συμφωνημένων τυχόν ρητρών της σύμβασης( έστω ουσιωδών), οι οποίες ρήτρες δεν αποτελούν όμως βαρύ παράπτωμα και σε πολλές περιπτώσεις δεν αποτελούν ούτε καν σπουδαίο λόγο, όπως αυτός ορίζεται. Να σημειωθεί ότι συνήθης είναι ρήτρα στις συμβάσεις των ασφαλιστικών διαμεσολαβητών με την ασφαλιστική εταιρεία, κατά την οποία « όλοι οι όροι της παρούσας σύμβασης είναι και συμφωνούνται ουσιώδεις, τυχόν δε παραβίασή τους δίδει το δικαίωμα στην εταιρεία να καταγγείλει την παρούσα για σπουδαίο λόγο », αναγορευομένων ούτω συμβατικά ως σπουδαίων λόγων όλων των προβλέψεων της σύμβασης( προβλέψεις που προφανώς δεν είναι όλες σπουδαίοι λόγοι, όπως αυτός ορίζεται)( επίσης να σημειωθεί ότι τέτοιος όρος είναι συνήθης και στις συμβάσεις μισθώσεως, όπου διατυπώνεται ως εξής: « Η παράβαση οποιουδήποτε των όρων της παρούσης μισθώσεως εκ μέρους της μισθώτριας, που θεωρούνται όλοι ΟΥΣΙΩΔΕΙΣ …….. παρέχει στην εκμισθώτρια το δικαίωμα να καταγγείλει-λύσει την παρούσα μίσθωση …»). 6) Σε κάθε περίπτωση θεωρώ ότι δικαστικές αποφάσεις, οι οποίες όταν εξετάζουν τον λόγο καταγγελίας μιας σύμβασης ασφαλιστικού διαμεσολαβητή με ασφαλιστική εταιρεία, με σκοπό να κρίνουν αν ο ασφαλιστικός διαμεσολαβητής δικαιούται ή μη την αποζημίωση που προβλέπει ο ν. 1569 / 1985- ως ισχύει(« αποζημίωση μετενέργειας »), θα πρέπει να εξετάζουν και αποφαίνονται όχι μόνον αν τα πραγματικά περιστατικά αποτελούν βαρύ παράπτωμα αλλά και αν συνεπάγονται την ποινική ή αστική ευθύνη του καταγγελλόμενου, άλλως στερούνται αιτιολογίας. 5
* Ο Στυλιανός Χ. Κόκιος είναι Δικηγόρος παρ. Αρείω Πάγω, D. E. S Πανεπιστημίου Παρισίων ΙΙ, C. E. S. F Κολλεγίου Αόστας Ιταλίας, Νομικός Σύμβουλος του Πανελλήνιου Συνδέσμου Συντονιστών Ασφαλιστικών Συμβούλων και Μέλος της Νομοπαρασκευαστικής Επιτροπής για τη μεταφορά στην Ελληνική Νομοθεσία της Οδηγίας Περί Ασφαλιστικών Διαμεσολαβητών( Π. Δ 190 / 2006).
( ΑΠΡΙΛΙΟΣ 2016) 39