Απρίλιος 2016 Απρίλιος 2016 | Seite 39

την προμήθεια που του αναλογεί στην παραγωγή ασφαλιστικών συμβούλων που συντονίζει, στο μέτρο που η παραγωγή αυτή εξακολουθεί να παραμένει για το διάστημα αυτό στην επιχείρηση. Δεν οφείλεται προμήθεια αν η σύμβαση λύθηκε με καταγγελία εκ μέρους της ασφαλιστικής επιχείρησης που οφείλεται σε βαρύ παράπτωμα του συντονιστή, το οποίο συνεπάγεται αστική ή ποινική ευθύνη του ή αν λύθηκε με πρωτοβουλία του συντονιστή ».
ΙΙ. Η απόφαση του Αρείου Πάγου Α΄ Τμήμα με αριθ. 105 / 2012, ΝοΒ 60, 922, ασχολήθηκε με θέμα τη λύση της συμβατικής σχέσης μεταξύ ασφαλιστικού συμβούλου και συντονιστή ασφαλιστικών συμβούλων και ασφαλιστικής επιχειρήσεως και, ερμηνεύοντας τις σχετικές διατάξεις, έκρινε ότι: «… Από τις ανωτέρω διατάξεις, σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρ. 700 ΑΚ, συνάγεται ότι η έννομη σχέση του ασφαλιστικού συμβούλου και του συντονιστή ασφαλιστικών συμβούλων έχει εκ του νόμου χαρακτήρα μισθώσεως έργου, παρέχεται δε δικαίωμα στην εργοδότρια ασφαλιστική εταιρεία να καταγγείλει τη σύμβαση καταβάλλοντας την οφειλόμενη για το εκτελεσθέν έργο, αμοιβή και την επί πλέον ειδικώς προβλεπόμενη προμήθεια τριών ετών, στο μέτρο που η παραγωγή του ασφαλιστικού συμβούλου ή συντονιστή ασφαλιστικών συμβούλων παραμένει στην επιχείρηση για το διάστημα αυτό, εκτός αν η καταγγελία της σύμβασης από την εταιρεία οφείλεται σε βαρύ παράπτωμα του αντισυμβαλλομένου της, συνεπαγόμενο αστική ή ποινική ευθύνη του, δ η λ α δ ή έγινε για σπουδαίο λόγο, συνεπεία αθετήσεως τόσο ουσιωδών συμβατικών υποχρεώσεων εκείνου, ώστε να καθίσταται μη ανεκτή από την εργοδότρια, σύμφωνα με τις αρχές της καλής πίστης, η συνέχιση της συμβάσεως …». «… Σύμφωνα με τα ανωτέρω, εφόσον ο ενάγων επέδειξε εν γένει αθέμιτη επαγγελματική συμπεριφορά υπήρχε πράγματι σπουδαίος λόγος για την καταγγελία …», «… με την ανωτέρω κρίση του για την ύπαρξη σπουδαίου λόγου καταγγελίας … το Εφετείο δεν στέρησε την προσβαλλομένη απόφασή του από νόμιμη βάση, καθόσον …» και « Η αντίθετη με … αποτελούσε σπουδαίο λόγο καταγγελίας από αυτές αζημίως των συμβάσεών τους με τον αναιρεσείοντα και εγκύρως προέβησαν συνεπώς σε αυτή την καταγγελία …».
ΙΙΙ. Από τις πιο πάνω κρίσεις της αρεοπαγιτικής απόφασης προκύπτει ότι γίνεται εξομοίωση των εννοιών « σπουδαίος λόγος » και « βαρύ παράπτωμα που συνεπάγεται αστική και ποινική ευθύνη »( ιδία η απόφανσή της ότι «… οφείλεται σε βαρύ παράπτωμα ….. δηλαδή έγινε για σπουδαίο λόγο »!) και τούτο εσφαλμένα, αφού οι ανωτέρω έννοιες « σπουδαίος λόγος » και « βαρύ παράπτωμα », αποτελούν δύο διαφορετικές νομικά έννοιες, γνωστές στο Δίκαιο με διαφορετική αντιμετώπιση, προϋποθέσεις και έννομες συνέπειες. Η νομοθεσία περί ασφαλιστικών διαμεσολαβητών( και δη των πρακτόρων, ασφαλιστικών συμβούλων και συντονιστών ασφαλιστικών συμβούλων) σαφέστατα διακρίνει τις δύο ανωτέρω έννοιες, αφού ο πρώτος ειδικός Νόμος 1569 / 85 για ασφαλιστικούς διαμεσολαβητές προέβλεπε ότι δεν οφείλεται προμήθεια αν η σύμβαση λύθηκε για σπουδαίο λόγο( χωρίς διευκρίνιση για αστικές ή ποινικές ευθύνες) και δώδεκα χρόνια μετά( ύστερα από επίμονα αιτήματα, απ’ όσο γνωρίζω, των Συνδικαλιστικών Οργανώσεων των ανωτέρω διαμεσολαβητών) μεταβλήθηκε η πρόβλεψη με τον Ν. 2496 / 1997 και αντί « σπουδαίου λόγου » ετέθη η πρόβλεψη « βαρύ παράπτωμα που συνεπάγεται αστικές ή ποινικές ευθύνες », το οποίο μάλιστα, όπως αναφέρεται στην Εισηγητική Έκθεση του Νόμου, « ανάγεται στη σφαίρα της επαγγελματικής δραστηριότητας του πράκτορα »( ΝοΒ 1997 σελ. 599 αριθμός 8). Η ρύθμιση αυτή επιδιώχθηκε( από τις Συνδικαλιστικές Οργανώσεις) και επετεύχθη, με τον σκοπό να καταστούν πιο συγκεκριμένες και δυσχερείς οι περιπτώσεις καταγγελίας, που θα στερούσαν την αποζημίωση του Νόμου στον πράκτορα( Ασφαλιστικό Σύμβουλο και Συντονιστή Ασφαλιστή).
ΙV. Ο Νόμος γνωρίζει και τις δύο έννοιες, ήτοι αυτή του « σπουδαίου λόγου » και, ως ξεχωριστή, αυτή του « Βαρέως Παραπτώματος ». 1. Όπως αναφέρει η Παναγιώτα Σ. Ευστρατίου στην εμπεριστατωμένη μελέτη της με τίτλο « Ο Σπουδαίος Λόγος για την καταγγελία Διαρκών Συμβάσεων Ορισμένου Χρόνου »( 2010): « Σπουδαίος λόγος για την πρόωρη λύση μιας διαρκούς σύμβασης αποτελούν πραγματικά περιστατικά, τα οποία κατ’ αντικειμενική κρίση καθιστούν, στη συγκεκριμένη περίπτωση, σύμφωνα με την καλή πίστη, λαμβανομένων υπόψη και των συναλλακτικών ηθών, « μη ανεκτή »( ή εναλλακτικά « υπέρμετρα επαχθή » ή « αδύνατη » ή « αφόρητη » ή « εξαιρετικά δυσχερή ») για τον καταγγέλοντα τη συνέχιση της σύμβασης. Ή αλλιώς, κατά την πιο πάνω αναλυτική διατύπωση μιας απόφασης του Εφετείου Αθηνών, σπουδαίος λόγος που δικαιολογεί την καταγγελία της σύμβασης μπορεί να είναι « είτε ένα μεμονωμένο περιστατικό, είτε ένας συνδυασμός περιστατικών που κατ’ αντικειμενική κρίση, σύμφωνα με τα κριτήρια της καλής πίστης, νοούμενης ως της ευθύτητας που πρέπει να διέπει όλες τις συναλλακτικές σχέσεις και ιδιαίτερα τις σχέσεις των μερών της συγκεκριμένης σύμβασης, αλλά και των συναλλακτικών ηθών, ως των ειθισμένων στις συναλλαγές τρόπων ενέργειας πάλι στο πλαίσιο της συγκεκριμένης σύμβασης, δεν καθιστούν ανεκτή τη συνέχιση της σύμβασης και συνακόλουθα επιτρέπουν τη λύση της συμβατικής δέσμευσης ». Ακόμα, σύμφωνα με την ίδια συγγραφέα, μια άλλη διατύπωση που εισάγει στον ορισμό και ένα νέο στοιχείο, σπουδαίο λόγο αποτελούν « το περιστατικό ή περιστατικά που καταφέρνουν τόσο σοβαρό πλήγμα στον συμβατικό δεσμό, ώστε να μην μπορεί να αξιωθεί από αυτόν που τον επικαλείται η διατήρησή του σε ισχύ έως τον χρόνο λήξης του, σύμφωνα με τις επιταγές της καλής πίστης, λαμβανομένων υπόψη και των συναλλακτικών ηθών. Ο παρεμφερής σπουδαίος λόγος είναι το περιστατικό εκείνο που έχει τέτοια σημασία για τη λειτουργία της σύμβασης, ώστε να μη δικαιολογείται κατά την καλή πίστη ο λήπτης της καταγγελίας να αξιώνει τη διατήρησή της »( σελ. 20 επ. όπου και πλουσιότατη νομολογία. Η ανωτέρω εφετειακή απόφαση είναι η ΕφΑθ 149 / 1990 Αρχ. Ν 1990, 783 – η διατύπωση αφορούσε σε σύμβαση εργασίας). Κατά δε τον Απ. Γεωργιάδη-Μιχ. Σταθόπουλο( ΑΚ τόμος ΙΙΙ, Ενοχικό Δίκαιο σελ. 555), « μπορούμε …. κατά γενικό τρόπο να ορίσουμε τον « σπουδαίο λόγο » σαν το περιστατικό ή τον συνδυασμό περιστατικών και περιστάσεων, που κρινόμενα αντικειμενικά, σύμφωνα με τα παραπάνω κριτήρια, καθιστούν μη ανεκτή τη συνέχιση της συμβάσεως για έναν από τους συμβαλλομένους και αδύνατη την εξακολούθηση της συμβατικής του δέσμευσης – Καποδίστριας αρ. 17, Καρακατσάνης Α 273, Αγαλλόπουλος 306, ΑΠ 1168 / 76 ΕΕΔ 35, 148, 1006 / 75 ΕΕΔ 35 / 127 ». Τον « σπουδαίο λόγο » γνωρίζει το Δίκαιο σε διάφορες ρυθμίσεις του, π. χ. 672. 766, 725 παρ. 1 εδ. β΄, 797 Α. Κ., 44
( ΑΠΡΙΛΙΟΣ 2016) 37