ΣΥΝΟΜΙΛΟΥΜΕ...
Μήπως τελικά τα παιδιά“ διαβάζουν” τις ταινίες καλύτερα απ’ τους μεγάλους;
Όταν ήμασταν παιδιά, ο κόσμος ήταν ένας τόπος γεμάτος φως και σκοτάδι ταυτόχρονα. Δεν υπήρχαν όρια ανάμεσα στο πραγματικό και το φανταστικό · κάθε ήχος, κάθε χρώμα, κάθε μυρωδιά, κάθε κίνηση μπορούσε να μας ξαφνιάσει, να μας τρομάξει ή να μας μαγέψει. Κι οι ταινίες που βλέπαμε τότε ήταν κάτι περισσότερο από απλές ιστορίες ή εικόνες. Ήταν καθρέφτες της ψυχής μας, εργαλεία εξερεύνησης και αυτογνωσίας, πρώτες γέφυρες με συναισθήματα που δεν είχαμε ακόμη λέξεις να εκφράσουμε.
Οι ενήλικες συχνά έβλεπαν τις παιδικές μας επιλογές με περιέργεια ή ακόμη και αμηχανία: « Μα γιατί προτιμάς αυτή την ταινία; Είναι τόσο αργή!», « Πώς γίνεται να σου αρέσει κάτι τόσο ήσυχο;», « Όλοι τα παιδιά αγαπούν εκείνη την ταινία ». Οι μεγάλες λέξεις και οι κατηγορίες των ενηλίκων— καλή ή κακή, δημοφιλής ή περιθωριακή— δεν έχουν σημασία για την παιδική ψυχή. Το παιδί βλέπει με καρδιά, όχι με κριτήρια. Και η καρδιά αυτή είναι εκπληκτικά σοφή.
Η παιδική ψυχολογία υποστηρίζει ότι τα παιδιά αναζητούν ιστορίες που ανταποκρίνονται στις εσωτερικές τους ανάγκες, ακόμη και αν δεν μπορούν να τις εκφράσουν. Σύμφωνα με τη θεωρία της συναισθηματικής ανάπτυξης, πριν η γλώσσα ωριμάσει, πριν το παιδί μάθει να επεξεργάζεται λογικά τις εμπειρίες του, η καρδιά και η ψυχή του αναγνωρίζουν μοτίβα, φόβους και επιθυμίες. Ένα παιδί που βιώνει ανασφάλεια θα προτιμήσει ταινίες που προσφέρουν ασφάλεια, που δείχνουν έναν κόσμο σταθερό ή προστατευτικό.
Ένα παιδί που χρειάζεται απελευθέρωση θα ελκυσθεί από ιστορίες γεμάτες φαντασία, περιπέτεια και θαρραλέους ήρωες. Τα συναισθήματα δεν είναι απλώς συνοδευτικά της εμπειρίας · είναι η ίδια η εμπειρία.
Ο « Βασιλιάς των Λιονταριών » είναι ίσως το πρώτο παράδειγμα που έρχεται στο μυαλό. Η απώλεια του Μουφάσα είναι μια σκηνή που κανένα παιδί δεν ξεχνά. Παιδιά που χρειάζονταν να δουν τη δύναμη της αυτοανακάλυψης και της υπευθυνότητας ταυτίζονταν με τον Σίμπα. Άλλα παιδιά, πιο ευαίσθητα, ένιωθαν ένα σφίξιμο στο στήθος, μια άμεση αναγνώριση της απώλειας που τα φοβόταν. Κανένα από αυτά δεν ήταν « λάθος » ή « υπερβολικό ». Η αντίδραση ήταν καθαρά συναισθηματική, μια πρώτη επαφή με την ιδέα ότι η ζωή μπορεί να στερεί αλλά και να δίνει, ότι ο πόνος και η χαρά συχνά συνυπάρχουν.
Το « Inside Out » είναι ένα άλλο παράδειγμα της δύναμης των ταινιών να αγγίζουν τη ψυχή. Η ταινία μιλά για την ανάγκη της λύπης, τη δύναμη της αλλαγής και τη σύνθετη αλληλουχία των συναισθημάτων. Παιδιά που αντιμετώπιζαν μετακομίσεις ή αλλαγές στην οικογένεια αναγνώριζαν τον εαυτό τους στις αντιδράσεις της Ράιλι, ένιωθαν τη δική τους λύπη να αποκτά μορφή και λόγο, χωρίς να μπορούν να το εξηγήσουν. Άλλα παιδιά, πιο μικρά ή πιο ευαίσθητα, μπορεί να απέφευγαν την ταινία, γιατί δεν ήταν έτοιμα να αγγίξουν το βάθος που προσέφερε. Η ψυχή τους ήξερε πριν το μυαλό τους τι είναι αρκετό να αντέξει.
ΣΥΝΟΜΙΛΟΥΜΕ...
67