ΑΠΟΤΥΠΩΜΑΤΑ ΣΧΟΛΙΚΟ ΕΤΟΣ 2023 – 2024 | Page 87

ΣΥΝΟΜΙΛΟΥΜΕ ...

Δηλώσεις , πίνακες , φόρμες

Δηλώσεις , πίνακες , φόρμες .
Περίμενε πώς και πώς να φύγει από το γραφείο . Ο χρόνος κυλούσε βασανιστικά αργά . Ξαφνικά σήκωσε το κεφάλι του , που νωρίτερα είχε χωμένο μέσα στους φακέλους . Στους δεκάδες φακέλους , που ποιος ξέρει από πότε ήταν στο γραφείο του . Ήπιε μια γουλιά από τον καφέ του και αφού πήρε μια βαθιά ανάσα συνέχισε . Δηλώσεις , πίνακες , φόρμες . Δούλευε σχεδόν αυτόματα , χωρίς πολλή σκέψη . Καμιά φορά συμπλήρωνε και κανένα πεδίο λάθος . Αλλά όσο μικρή σημασία και ενδιαφέρον είχε για τον ίδιο η εργασία του , τόση θα είχε και για όποιον θα έμπαινε στη διαδικασία να την ελέγξει . Σταμάτησε πάλι . Αφαιρέθηκε για λίγο χαζεύοντας τον πίνακα που ήταν κρεμασμένος στον απέναντι τοίχο . Αφηρημένα σχήματα , όλα σε αποχρώσεις του γκρι . Γκρι σκούρα τετράπλευρα , γκρι ανοιχτά πεντάγωνα , γκρι σκούρα , αλλά όχι τόσο σκούρα όσο τα τετράπλευρα , τρίγωνα . Προσπαθούσε να καταλάβει τι ήθελε να πει ο δημιουργός . Ξαναγύρισε στη δουλειά του . Δηλώσεις , πίνακες , φόρμες . Πέντε ακριβώς . Ήρθε η ώρα να φύγει . Σηκώθηκε . Έβαλε δύο τρεις γκρίζους μισοτσαλακωμένους φακέλους , ένα καταδαγκωμένο στιλό και ένα κομπιουτεράκι στην τσάντα του . Φόρεσε το παλτό του και χωρίς να πει κουβέντα σε κανέναν , βάδισε προς την έξοδο .
Στο ισόγειο του κτιρίου υπήρχε ένα εστιατόριο με μαγειρευτά . Εκεί περνούσε πάντοτε τις περισσότερες απογευματινές του ώρες . Ήταν ένα παλιό και πολύ άσχημα συντηρημένο μαγαζί . Οι τοίχοι του ήταν καλυμμένοι με κιτρινωπές , σε πολλά σημεία σχισμένες ταπετσαρίες , με διάφορα σχέδια λουλουδιών , γεμάτοι ρωγμές . Διάσπαρτα στους τοίχους ήταν κρεμασμένοι πίνακες με διαφορετικές κορνίζες και μεγέθη . Στην είσοδο υπήρχε μια κρεμάστρα και ένας κακόγουστος καθρέφτης . Κάθε φορά που έμπαινε στο εστιατόριο δεν έχανε την ευκαιρία να κοιταχτεί για λίγο και να ισιώσει τη γραβάτα του . Τα τραπέζια ήταν ξύλινα και σχετικά μικρά . Πολλά από αυτά ήταν καταπονημένα τόσο πολύ που δεν ισορροπούσαν και έτρεμαν με το παραμικρό . Από το κέντρο του ταβανιού κρεμόταν ένας σκουριασμένος κάποτε βαμμένος χρυσός πολυέλαιος , που από τη βρωμιά που είχε μαζευτεί επάνω του πια φωτοβολούσε ελάχιστα . Σε αυτόν τον χώρο είχε επιλέξει να περνάει τα απογεύματά του .
Ήταν εργένης . Περνούσε απαρατήρητος και αν δεν τον ρωτούσες δεν θα μπορούσες να συμπεράνεις απολύτως τίποτα για αυτόν μονάχα από την όψη του . Δεν πήγαινε στο μαγαζί σε καμία περίπτωση για να απολαύσει το σπιτικό φαγητό . Δεν τον ενδιέφερε το φαγητό , σε σημείο που συχνά , λίγο πριν κλείσει το μαγαζί , συνειδητοποιούσε πως ήταν εκεί για ώρες και δεν είχε καν παραγγείλει . Του άρεσε να παρατηρεί ανθρώπους . Στα τραπέζια γύρω του κάθε μέρα έβλεπε κάθε λογής . Οικογένειες , ζευγάρια , παρέες νέων και φυσικά πολλούς κουρασμένους εργαζόμενους που έρχονταν να απολαύσουν ένα ζεστό γεύμα .
Παρατηρούσε τα πάντα με κάθε λεπτομέρεια . Διάβαζε τους ανθρώπους καλύτερα από τον καθένα . Για αυτόν το βλέμμα , η συμπεριφορά , οι κινήσεις , ο τόνος της φωνής ενός ανθρώπου ήταν σαν να έχει μπροστά του ένα βιβλίο με την ιστορία του . Σχεδόν σε όλες τις παρέες μπορούσε να διακρίνει την υποκρισία . Όταν παρατηρούσε ένα ζευγάρι , καταλάβαινε , σχεδόν αμέσως , αν κάποιος από τους δύο κρύβει κάτι από τον άλλον . Μάλιστα , του άρεσε να βάζει στοίχημα με τον εαυτό του για το αν θα φύγουν από κει ως ζευγάρι ή θα χωρίσουν . Και έπεφτε πάντοτε μέσα .
ΣΥΝΟΜΙΛΟΥΜΕ ...
85