ΑΠΟΤΥΠΩΜΑΤΑ
Στην πόλη κανείς δεν ενδιαφερόταν αρκετά ώστε να δώσει σημασία …
90
ΑΠΟΤΥΠΩΜΑΤΑ
Ήταν απόγευμα Παρασκευής . Η κατάσταση είχε φτάσει στο απροχώρητο . Δεν άντεχε άλλο . Ήθελε να μιλήσει με κάποιον σαν άνθρωπος , πρόσωπο με πρόσωπο , να αισθανθεί την παρουσία του συνομιλητή της . Αγανακτισμένη και προσπαθώντας να διατηρήσει την ψυχραιμία της αποχαιρέτησε τον καλύτερό της φίλο και έκλεισε απότομα το τηλέφωνο . Έπρεπε οπωσδήποτε να κάνει κάτι , να σταματήσει να νιώθει εγκλωβισμένη . Εξάλλου η πόλη ήταν τεράστια …
Συμμάζεψε βιαστικά το δωμάτιό της και ξεκίνησε να ψάχνει μανιωδώς τα κλειδιά της . Έπρεπε να φύγει , αν ήθελε να βρει τα μαγαζιά ανοιχτά και να επιστρέψει , πριν σκοτεινιάσει … Αν δεν προλάβαινε θα αναγκαζόταν να επιστρέψει σπίτι μέσα στην νύχτα , και αυτό ήταν το τελευταίο που επιθυμούσε . Κάτι τέτοιο θα μπορούσε να αποβεί επικίνδυνο , άλλωστε τόσα γίνονταν στις περιοχές κοντά της . Και ήξερε καλά , όσο και αν δεν ήθελε να το αποδεχτεί , ότι στην πόλη κανείς δεν ενδιαφερόταν αρκετά , ώστε να δώσει σημασία …
Η συνειδητοποίηση αυτή ήταν μία από τις μεγαλύτερες απογοητεύσεις που είχε ζήσει , όταν κατέφθασε στην πόλη . Από μικρή ονειρευόταν πότε θα αφήσει πίσω τη μικρή κωμόπολη , όπου είχε περάσει τα παιδικά και νεανικά της χρόνια , για να μετακομίσει σε μία μεγαλούπολη , να ξεκινήσει μια νέα ζωή . Είχε σκεφτεί και προνοήσει για τα πάντα , είχε ελπίδες · θα έπαιρνε το πτυχίο της , θα διεύρυνε τους ορίζοντές της , θα αποκτούσε περισσότερες προοπτικές και ευκαιρίες , θα έβρισκε μία καλή δουλειά , θα δημιουργούσε δική της οικογένεια … Ποτέ δε θα φανταζόταν όσα τελικά βρήκε , όταν έφτασε στο νέο της σπίτι , στη νέα της ζωή . Πόσο θα της έλειπαν οι συγγενείς και φίλοι της , πόσο δύσκολο θα ήταν να προσαρμοστεί , να έρθει σε επαφή με τον κόσμο μιας μεγαλούπολης , πόσο μόνη θα ένιωθε .
Για πολλοστή φορά , έδιωξε αυτές τις σκέψεις από το μυαλό της και , έχοντας βρει τα κλειδιά της , άρπαξε την τσάντα της και έφυγε από το διαμέρισμα . Αποφάσισε να διεκπεραιώσει ορισμένες εξωτερικές δουλειές που εκκρεμούσαν και να εκμεταλλευτεί την ευκαιρία για να ξεκινήσει κουβέντα με κάποιον από εκείνους που θα συναντούσε . Έτσι , περπάτησε με ταχύ βήμα μέχρι το κοντινότερο κρεοπωλείο και έσπρωξε με φόρα την πόρτα . Κοίταξε τη λίστα με τις σημειώσεις της . Χρειαζόταν δύο μπιφτέκια και δύο φιλέτα κοτόπουλο . Γύρισε και με ένα χαμόγελο τα ζήτησε από τον κρεοπώλη . Αυτός βαριεστημένος , σιωπηλός και ανέκφραστος , έψαξε προσεκτικά τον πάγκο του . Όταν βρήκε ό , τι χρειαζόταν τα συσκεύασε νωχελικά και προχώρησε στο ταμείο . Ζύγισε τα προϊόντα , υπολόγισε τη συνολική τους αξία και της ανακοίνωσε το ποσό . Εκείνη άρχισε να ψάχνει , σε αργότερο ρυθμό από ό , τι συνήθως , το πορτοφόλι της στην αχανή της τσάντα . Τον χρόνο αξιοποίησε σε μία απόπειρα να πιάσει συζήτηση με τον κρεοπώλη , σχολιάζοντας τη χαμηλή κινητικότητα του καταστήματος και ρωτώντας για τις πρωινές ώρες . Μόλις έλαβε ένα καταφατικό νεύμα και ένα στεγνό , δυσαρεστημένο « ναι , ειδάλλως θα ήμουν άνεργος », δε χρειάστηκε τίποτα παραπάνω . Έδωσε τα χρήματα που όφειλε , πήρε τα πακέτα με το κρέας , και αποχώρησε . Και τότε θυμήθηκε ξανά · στην πόλη κανείς δεν ενδιαφερόταν αρκετά , ώστε να δώσει σημασία …
Παρ ’ όλα αυτά , αποφασισμένη να απαλλαγεί από τις εκκρεμότητές της , συνέχισε να περιφέρεται στην πόλη , ώσπου έφτασε στο επόμενο σημείο που έπρεπε να κάνει στάση , το αρτοποιείο της συνοικίας της . Πήρε μια βαθιά ανάσα και , με ένα εύθυμο « Καλησπέρα !», μπήκε στο κατάστημα . Πλησίασε τη φουρνάρισσα , την οποία γνώριζε μήνες , και της ζήτησε μία τυρόπιτα , ένα καρβέλι ολικής αλέσεως και τον συνηθισμένο απογευματινό της καφέ . Προς μεγάλη της απογοήτευση , η φουρνάρισσα αντέδρασε στο αίτημά της μονολεκτικά και , αμίλητη , ξεκίνησε να ετοιμάζει τον καφέ της . Ωστόσο , εκείνη δεν ήταν πρόθυμη να το βάλει κάτω τόσο εύκολα . Εξάλλου , γνωρίζονταν τόσο καιρό , ήταν φίλες , όχι ;
Με αυτό το σκεπτικό έκανε μία ακόμα προσπάθεια να συνομιλήσει μαζί της , αναφερόμενη στον ευχάριστο καιρό και τη ζέστη του απογεύματος . Η φουρνάρισσα , ελαφρώς ενοχλημένη , συμφώνησε χωρίς να συνεχίσει τη συνομιλία , της έδωσε τον καφέ και τη σακούλα με τα τρόφιμα που ζήτησε και την ενημέρωσε το οφειλόμενο ποσό . Πληγωμένη για δεύτερη φορά , την πλήρωσε , παρέλαβε τα φαγώσιμα και