ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ-PROJECTS
Το λαχείο
Έτρεχε , έτρεχε , έτρεχε ... Δεν σκεφτόταν τίποτε , απλά έτρεχε ! Παραλίγο να τον πατήσει ένα φορτηγό , ένα Ι . Χ ., μία μοτοσικλέτα και να πέσει πάνω σε ένα δέντρο , σε μία ηλικιωμένη κυρία και σε έναν σκύλο . Είχε φύγει από το ψιλικατζίδικο της γειτονιάς του και μέσα σε 5 λεπτά είχε διανύσει μια πολύ μεγάλη , για τα δεδομένα του , απόσταση τρέχοντας . Έφτασε στο σπίτι του , πήγε να βάλει το κλειδί στην εξώπορτα και ... δεν μπορούσε , όλες του οι δυνάμεις τον εγκατέλειπαν , είχε τρέξει άλλωστε και τόσα χιλιόμετρα , χωρίς να κάνει ούτε μια στάση .
Αποφάσισε να ξαποστάσει στο απέναντι παρκάκι . Έκατσε σε ένα παγκάκι . Άρχισε να χάνεται στις σκέψεις του . Το πρόσωπό του είχε πάρει μια έκφραση γεμάτη απορία και απελπισία , αισθανόταν ένοχος , ένιωθε ότι έχανε τη γη κάτω από τα πόδια του . Συνέχεια ψιθύριζε : « Τι έκανα ; Πώς ;». Έτσι όπως ήταν μπερδεμένος , δεν κατάλαβε πότε τον πλησίασε μία γυναικεία φιγούρα , μέχρι που ένιωσε ένα χέρι στον ώμο του .
– « Είσαι καλά ; Τι έπαθες ;», του φώναξε η γυναίκα . Ο άντρας δεν απάντησε .
– « Με ακούς ; Σου μιλάω ; Με ακούς ;», συνέχισε εκείνη . Εκείνος δεν αντέδρασε και πάλι . Η γυναίκα άρχισε να τον ταρακουνά και εκείνος επιτέλους αντέδρασε :
– « Εεεε ... καλά είμαι ;» Γύρισε το κεφάλι του και είδε τη γυναίκα του .
Η « μυστηριώδης » κυρία ήταν η γυναίκα του . Είχε βγει να πετάξει τα σκουπίδια , όταν είδε τον άντρα της να κάθεται στο παγκάκι και να παραμιλάει . Ήταν παντρεμένοι πολλά χρόνια και είχαν μια κόρη 9 ετών . Κατάγονταν και οι δύο από φτωχές , λαϊκές οικογένειες . Εκείνος εργαζόταν ως υπάλληλος του Δήμου , ενώ εκείνη ήταν νοικοκυρά και εργαζόταν ως οικιακή βοηθός , σε κάποια σπίτια της γειτονιάς τους , ώστε να βγάζει ένα χαμηλό μεροκάματο , προκειμένου να συνεισφέρει , κατά κάποιον τρόπο , και εκείνη στα οικονομικά της οικογένειας , που , μετά από την κρίση των τελευταίων ετών , γίνονταν όλο και χειρότερα . Η οικογένεια δεν μπορούσε να καλύψει πια ούτε τις βασικές της ανάγκες , όπως την πληρωμή του ρεύματος .
Έπειτα από την πίεση της γυναίκας του να της πει τι ακριβώς του συνέβη , εκείνος της απάντησε :
– « Έκλεψα ! Πώς το έκανα ; Είμαι ένοχος ! Έκλεψα !», άνοιξε το σακάκι και έβγαλε 450 ευρώ , πέντε πακέτα τσιγάρα και επτά σοκολατάκια !
Είχε ζητήσει από την κυρία Τασία , την ιδιοκτήτρια του ψιλικατζίδικου , τη σημερινή εφημερίδα και , όταν αυτή πήγε στο μικρό δωματιάκι πίσω από το ταμείο να του τη φέρει , εκείνος , μέσα στην απελπίσια του , που είχε δει προηγουμένως τον λογαριασμό του ρεύματος για αυτόν τον μήνα , άνοιξε την ταμιακή μηχανή , πήρε 450 ευρώ και έφυγε , χωρίς να πληρώσει ό , τι είχε πάρει . Ευτυχώς , τα χρήματα στην ταμιακή μηχανή ήταν σκόρπια και η κυρία Τασία δεν θα καταλάβαινε την απουσία τους .
Η γυναίκα του προσπάθησε να τον καθησυχάσει , αλλά εκείνος ήταν συγχυσμένος , καθώς ήταν έναν άνθρωπος νομοταγής , ηθικός και τίμιος .
Τελικά , αφού ηρέμησε , γύρισε πίσω στο ψιλικατζίδικο και δικαιολογήθηκε στην ιδιοκτήτριά του , λέγοντάς της ότι του έτυχε κάτι έκτακτο στο σπίτι γι΄ αυτό και έφυγε προηγουμένως , άρον άρον . Για καλή του τύχη η κυρία Τασία τον πίστεψε , πλήρωσε αυτά που είχε αγοράσει προηγουμένως και έφυγε με το κεφάλι σκυφτό .
Την επόμενη μέρα δεν είχε ξεπεράσει ακόμα το γεγονός ότι είχε κλέψει 450 ευρώ και αισθανόταν ακόμα τύψεις . Καθώς ετοιμαζόταν για τη δουλειά του , άκουγε ραδιόφωνο . Τότε , άκουσε τον εκφωνητή να ανακοινώνει τα λαχεία που κέρδισαν αυτό το μήνα . Ο τυχερός αριθμός κέρδισε
1.000.000 ευρώ . Είχε πάρει και αυτός ένα λαχείο . Πολλές φορές είχε δοκιμάσει την τύχη του , αλλά ποτέ δεν είχε κερδίσει ούτε μισό ευρώ . Στη συνέχεια , ο εκφωνητής ανακοίνωσε και άλλους τυχερούς που είχαν κερδίσει μικρότερα ποσά και στο τέλος ανακοίνωσε και έναν τελευταίο αριθμό , που θα κέρδιζε 450.000 ευρώ . Ο αριθμός ήταν το : 12031974 . Στο άκουσμα του αριθμού ο άντρας αναφώνησε : – « Κερδίσαμε ! Κερδίσαμε ! Κερδίσαμεεεε !» Θυμόταν απέξω τον αριθμό του λαχείου . Η γυναίκα του δεν μπορούσε να το πιστέψει και τον ρώτησε πού ήταν το λαχείο . Εκείνος έτρεξε στην κρεβατοκάμαρα . Θυμόταν ότι το λαχείο βρισκόταν σε κάποια από τις τσέπες του σακακιού που φορούσε την προηγούμενη ημέρα , αφού το είχε αγοράσει στον δρόμο για το ψιλικατζίδικο . Άρχισε να ψάχνει . Ξαφνικά , άρχισε να φωνάζει : « Όχι , όχι , όχιιιιιιι ... Δεν μπορεί … Εδώ το είχα βάλει …». Το λαχείο είχε κάνει φτερά . Τότε σκέφτηκε ότι μπορεί να του έπεσε κάπου , καθώς έτρεχε την προηγούμενη ημέρα . Δεν έχασε ευκαιρία , έφυγε γρήγορα από το σπίτι , για να πάει να το βρει στο ψιλικατζίδικο . Μάταια η γυναίκα του προσπάθησε να τον ακολουθήσει φωνάζοντάς του : « Τι έπαθες ; Πού πας ; Στάσου λίγο , μην τρέχεις …» Εκείνος συνέχισε , χωρίς να την ακούει , και επιτάχυνε …
Έτρεχε , έτρεχε , έτρεχε ... ώσπου έφτασε έξω από το ψιλικατζίδικο . Σταμάτησε , πήρε δυο βαθιές ανάσες , γιατί είχε λαχανιάσει , και έκανε να μπει μέσα . Θα ρωτούσε την κυρία Τασία αν του έπεσε εκεί το λαχείο , καθώς έφευγε την προηγούμενη ημέρα , και στη συνέχεια θα πήγαινε στο κοντινότερο πρακτορείο και θα εισέπραττε τα χρήματα , μα … ήταν όντως το λαχείο εκεί , και αν ναι του άξιζε να το πάρει πίσω …
Αυτές οι σκέψεις τον ταλάνιζαν . Τώρα , το πρόσωπό του είχε πάρει μια έκφραση γεμάτη απελπισία , όπως την προηγούμενη ημέρα , όταν τον συνάντησε η γυναίκα του στο παρκάκι , απέναντι από το σπίτι τους . Δεν είχε πλέον τη δύναμη να μπει μέσα στο μαγαζί , σαν να τον κρατούσε ένα πελώριο χέρι , σαν μια φωνή μέσα του να έλεγε : « Πού πας ; Τι κάνεις ;» Έκανε να φύγει , να γυρίσει πίσω , μα ήταν τόσο καταβεβλημένος από το τρέξιμο , που δεν μπορούσε να κουνηθεί . Τότε αναφώνησε : « Πάει το λαχείο ! Αλλά , τι να κάνεις , όλα εδώ πληρώνονται !» και κατέρρευσε .
ΜΑΣΤΙΧΙΆΔΗΣ ΜΑΝΌΛΗΣ γ1
ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ-PROJECTS
89