μικροί ταραξίες;» ρωτά και πραγματικά ορκίζομαι ότι είχε την πιο σπαστική φωνή σε ολόκληρη την Γαλλία. Τσιριχτή, με τόση κακία. Με κάθε του κουβέντα θαρρώ πως θα τρόμαζε και λιοντάρι. « Bonbons monsieur … s ' il te plaît »( Καραμέλες κύριε … σας παρακαλώ) είπαμε και οι δύο με μία φωνή. Ξεφυσά και μας δίνει τέσσερις καραμέλες. Τα μάτια μας πλέον λάμπουν και δεν ξέρεις αν είναι από το χρυσό περιτύλιγμα τους ή από την λιγούρα μας να τις φάμε. Ευχαριστήσαμε τον κύριο André και συμφωνήσαμε να πάμε να τις φάμε στο καλυβάκι, δίπλα από το σπίτι μου. Δεν μας είχε μείνει πολύς δρόμος. Πήγαμε να περάσουμε τον‘ κεντρικό’ τότε δρόμο. Πέρασα την διάβαση, χωρίς να κοιτάξω. Ευτυχώς το αμάξι σταμάτησε έγκαιρα. Δεν χτύπησα, μόνο τρόμαξα πολύ, και εγώ και ο Benoît. Έπεσα κάτω από την τρομάρα μου. Τρεις άνθρωποι μαζί, ο οδηγός, ο Benoît και ο παππούς μου, που ενημερώθηκε, με είχαν αφήσει να ξαπλώσω, αφού είχα πάθει κάποιο είδος σοκ. Ο παππούς μου μίλησε στους γονείς του Benoît, σε αντίθεση με εμένα και τον Benoît, που λόγω των γονιών του δεν ξαναμιλήσαμε.
Έναν χρόνο είχαμε να μιλήσουμε από το ατύχημα. Στην αλάνα κοιταζόμασταν σαν άγνωστοι που τυχαίνει να περνούν από το ίδιο φανάρι. Κανένα χαμόγελο, κανένα συναίσθημα. Ρώτησα τον παππού γιατί πήραν τέτοια απόφαση. Μου απάντησε χαρούμενα όπως πάντα, γιατί συνέχιζε να πιστεύει ότι ήταν για το‘ καλό μου’. « Parce que, Ophélie, ce sont deux petits ruisseaux »( Γιατί Οφηλία είστε δύο μικρά ρυάκια) μου είπε. Θυμίζοντας μου μία του φράση, που μου είχε πει πως του την έλεγε η μητέρα του. « Les petits ruisseaux font les grandes rivières »( Τα μικρά ρυάκια δημιουργούν τα μεγάλα ποτάμια). Αλλά μπερδεύτηκα, γιατί αυτό μου το έλεγε πάντα για να μου δείξει ότι πρέπει να βοηθάμε όλοι για να καταφέρουμε κάτι. Αυτή την φορά όμως ήθελε απλά να το αφήσει μετέωρο. Κάποιες μέρες μετά στον δρόμο βλέπω τον Benoît να κλαίει στην άκρη του δρόμου. Τρέχω δίπλα του και τον ρωτάω τι έχει. « Μετακομίζω! Μακριά!... Μακριά.. Μακριά.. Μακριά..!!» έλεγε συνέχεια όλο και πιο δυνατά και γρήγορα ταυτόχρονα. Τον αγκαλιάζω και του ψιθυρίζω: « Όχι … όχι … δεν γίνεται να φύγεις », προσπαθώντας να το καθησυχάσω. « Γίνεται Οφηλία … θα φύγω, ο μπαμπάς μου!... βρήκε δουλειά στην Ι … Ισα … Ισαλία; Ιταλία; Ούτε που θυμάμαι » είπε. Τον αφήνω από τα δύο μου χέρια και του λέω αγριεμένα: « Είμαστε δύο ρυάκια!... Δύο ρυάκια που κάνουν ένα ποτάμι!... Ένα τεράστιο ποτάμι, που άλλοτε πλημυρίζει τα χωριά γύρω του, όμως δίνει νερό στις καλλιέργειες των ανθρώπων. Και αυτό το ποτάμι είναι η ζωή μας και χωριστά θα είναι ανούσια.» Σηκώνομαι και τρέχω πίσω στο σπίτι μου. Τα ροδαλά μου μάγουλα βρεμένα από τα πιο πικρά δάκρυα που είχα ρίξει ποτέ μου. Ο παππούς μου με αγκάλιασε, μη ξέροντας γιατί κλαίω, λέγοντας κλασσικά: « κλαίνε μωρέ τα παλικάρια;». Τον Benoît δεν τον ξανά είδα στην γειτονιά.
66