« Εσύ είσαι!» λέω. « Με θυμάσαι μετά από τόσα χρόνια!» το λέω και ενώ χαμογελάω, φαίνεται λες και χαμογελάει και όλο το καφέ μαζί μου, που βρήκα τον κολλητό μου, το ρυάκι μου. Μιλήσαμε, ήπιαμε τον καφέ μας, εξηγήσαμε όλη την ιστορία στον Cédric. Έχω χαρεί τόσο πολύ που ακούω την φωνή του και τελικά είχα δίκιο από την αρχή πως τα μάτια του είναι άβυσσος, που δεν έχει δει μόνο καλοτάξιδα καράβια. Έχασε την μητέρα του στα δέκα του χρόνια από καρκίνο. Μιλάγαμε τέσσερις ώρες που πέρασαν σαν νερό σε ένα ρυάκι με σίγουρα μεγάλη πίεση. « Είναι ώρα να φύγουμε νομίζω » λέει και εγώ συμφωνώ. Σηκώνομαι από το στρογγυλό μου κόκκινο τραπεζάκι και νιώθω λες και δεν έχω ξανά κάτσει σε τόσο μαλακή καρέκλα. Μια μεταλλική είναι βέβαια, αυτή που κάθομαι πάντα. Προχωρήσαμε προς την πόρτα να βγούμε και πριν βγούμε με αγκαλιάζει. Μη θέλοντας να φανούν τα δάκρυα μου, τον αρπάζω από το χέρι και τον τραβάω έξω από το καφέ μέσα στην δυνατή βροχή. Σε μία βροχή τέτοια που ήταν το καλύτερο‘ μπάλωμα’ για να μην φανούν τα δάκρια μου. Τα δάκρια τα οποία τα πήρε η βροχή μαζί της, δημιουργώντας ένα μικρό ποταμάκι στην άκρη του δρόμου, πιο αδύναμο από την αγάπη μας. Σήμερα λοιπόν κατάλαβα πως κλαίνε και τα παλικάρια …
67