1ος Μαθητικός Διαγωνισμός ποίησης Δήμου ΧαΊδαρίου 2026 | Page 65

στο στρογγυλό τραπεζάκι στην γωνία, κλασσικό μου στέκι. « Θα μου φτιάξεις τον καφέ μου;» Δεν είπα κάτι άλλο και έφυγε πηγαίνοντας να μου τον ετοιμάσει. Και καθώς χαζεύω τους υπόλοιπους πελάτες, σαν ένα σκυλί,‘ μυρίζω’ την αύρα του καθενός, από περιέργεια. Μόνο που στον χώρο μου ξαφνικά πατά μια ξένη‘ μυρωδιά’. Ένας άντρας συνομήλικος μου μάλλον, με μαύρα μάτια πιο βαθιά από τα δικά μου, σαν άβυσσο χωρίς γυρισμό, με μαύρα μαλλιά επίσης και κάτι τόσο γλυκά και αρμονικά χαρακτηριστικά που βγάζουν κάτι αγγελικό. Δεν διστάζω και μόλις βρίσκει τραπέζι σηκώνομαι να ρωτήσω τον Cédric ποιος είναι αυτός στα λημέρια μας. Δεν τον ξέρει ούτε εκείνος. « Τα κουτσομπολιά λένε πως είναι ένας ξενιτεμένος χρόνια πριν, που γύρισε να αναζητήσει την παλιά του γειτονιά.» « Α, τον καημένο …» λέω, και σκέφτομαι γιατί άραγε να έφυγε από το Παρίσι.
Γυρνάω στο τραπέζι μου, έχοντας βυθιστεί στις σκέψεις μου και στα κατάμαυρα μάτια του. Κάθομαι και μετά από λίγο, όταν κατάλαβα ότι τον κοιτούσα πολύ ώρα, στρίβω το βλέμμα μου στον Cédric νευριασμένη, αφού δεν είχε φέρει ακόμα τον καφέ. Σηκώνομαι και για καλή μου ή κακή μου τύχη γλιστράω στα σφουγγαρισμένα πλακάκια, που μόλις είχε καθαρίσει ο Aurélien, σερβιτόρος του μαγαζιού. Και τότε ο Cédric και εκείνος ο άντρας σηκώνονται να με βοηθήσουν. « Οh pardon »( O συγγνώμη!) λέω και στέκομαι ξανά όρθια, με την βοήθεια εκείνου του άντρα. Καθώς κάθομαι κανονικά στα δυο μου πόδια ακούω κάτι … Κάτι για εμένα πιο γνωστό και από το αλφάβητο. « Petits ruisseaux!»( μικρά ρυάκια). « Σε άκουσα! Σε άκουσα!» φωνάζω. Με τραβάει ο Cédric επιθετικά για να μην φωνάζω άλλο. Εγώ δεν μπορώ, για άλλη μια φορά δεν με νοιάζει ο κόσμος γύρω μου. Συνεχίζω να φωνάζω « Petits ruisseaux! Petits ruisseaux!». Ο άντρας φωνάζει μαζί μου: « Ophélie!» Είμαι σίγουρη πως αυτός εδώ είναι ο Benoît.
… Είναι 1990, έχω κλείσει μόλις τα 4 μου χρόνια. Και παίζουμε στα στενά σε ένα χωριουδάκι της Μασσαλίας, γελάω παίζοντας με τον κολλητό μου κυνηγητό. Και καθώς είναι η σειρά μου να κυνηγήσω και χάνω πάντα, γιατί πάντα ο Benoît ήταν πιο γρήγορος από εμένα, σκαρφίστηκα κάτι. Να σταματήσουμε το παιχνίδι στο όμορφο πλακόστρωτο της πλατείας και να πάμε στο μπακάλικο του κύριου André, να του κάνουμε τα γλυκά μάτια, μπας και μας δώσει καμία καραμέλα βουτύρου. Ο Benoît συμφώνησε όλο χαρά. Σταμάτησε να τρέχει μακριά μου και ήρθε δίπλα μου με μικρά άλματα. Στον δρόμο συναντήσαμε τον παππού μου. « Παλικάρια μου!» μας φώναξε. Εγώ όσο χαρούμενη και αν ήμουν, νευρίαζα κρυφά, όταν άκουγα τον παππού μου να μας φωνάζει έτσι. Ίσως, επειδή ακόμα νιώθω ότι ο παππούς μου, το μοναδικό μου στήριγμα στην ζωή, δεν αναγνώριζε πραγματικά την ομορφιά του να είσαι γυναίκα. Ίσως να ήξερα κατά βάθος ότι θα ήθελε να ήμουν αγόρι. Μας φίλησε και μας αγκάλιασε λέγοντας μας να προσέχουμε. Τρέξαμε τότε ξανά, ακόμα πιο γρήγορα, φτάνοντας στην είσοδο του μαγαζιού του κύριου André. « Τι κάνετε εδώ
65