1ος Μαθητικός Διαγωνισμός ποίησης Δήμου ΧαΊδαρίου 2026 | Page 64

3 ο ΒΡΑΒΕΙΟ

3 ο ΒΡΑΒΕΙΟ

ΣΤΑΜΕΛΙΝΑ ΚΡΟΚΟΥ
4ο ΓΕΛ Χαϊδαρίου, τάξη Γ
ΜΙΚΡΑ ΡΥΑΚΙΑ
Ο ΚΑΙΡΟΣ ήταν συννεφιασμένος και όλοι τους άρχισαν να τρέχουν για να γυρίσουν στα σπίτια τους, προτού αρχίσει η βροχή. Εγώ διέφερα, δεν ήμουν από « αυτούς ». Δεν έτρεξα να χωθώ μέσα στο μετρό για να μη βραχώ, αλλά περίμενα πότε θα πέσουν οι πρώτες ψιχάλες, πότε θα βραχεί η άσφαλτος, πότε θα βραχούν έστω και λίγο τα μαλλιά μου, για να νιώσω την δροσιά της βροχής στο πρόσωπό μου.
Επιτέλους, έπεσαν τα πρώτα δάκρυα από εκείνο το μεγάλο σύννεφο στον ουρανό και με έπιασε και γελάω, γιατί θυμήθηκα ένα αστείο που μου έκανε ο παππούς … « κλαίνε μωρέ τα παλικάρια;»… Εγώ γέλασα διάπλατα, γιατί σκέφτηκα πως ακόμα και τα σύννεφα κλαίνε. Ακόμα δεν ξέρω γιατί μου το έλεγε αυτό, δεν είμαι παλικάρι, μόνο μία κοπέλα χωρίς καν ιδιαίτερη αυτοπεποίθηση. Μια κοπέλα με καστανά μάτια και μαλλιά, ψηλή, λεπτή, με βλέμμα βαθύ, που κανείς θα έλεγε ότι θα χανόταν μέσα του. Είμαι φιλική και κοινωνική, κάτι που με βοηθάει για να καλύψω τα κενά μου, λες και είναι μπάλωμα. Αν και ξέρω ότι ένα ύφασμα δεν φτάνει για όλα τα κενά, τις απώλειες και τα σχισίματα των ανθρώπων.
Σηκώθηκα από το παγκάκι που καθόμουν και απολάμβανα την βροχή, όχι φυσικά γιατί οι άνθρωποι με κοιτούσαν περίεργα, με ένα βλέμμα απογοήτευσης σαν να μου έλεγαν: « Κοιτάξτε τα χάλια της κοινωνίας μας ». Εγώ δεν επηρεάζομαι από‘ ανθρώπους με κουστούμια’, γιατί ήξερα ότι αν καθόμουν να μετρήσω τις γνώμες των άλλων, χωρίς να απολαμβάνω τις στιγμές μου, θα έχανα το μέτρημα. Θα έχανα το μέτρημα και θα πνιγόμουν μέσα στους αριθμούς σπαταλώντας την ζωή μου, όπως έκαναν και αυτοί. Σηκώθηκα λοιπόν, γιατί είναι ώρα για το απογευματινό μου καφεδάκι. Ανοίγω την πόρτα βρεγμένη και χαμογελάω στον καταστηματάρχη, τον Cédric, με ήξερε από τα δέκα οκτώ μου που σπούδαζα στο Παρίσι. Μου χαμογελά πίσω, μου χαϊδεύει τα μαλλιά και με ρωτάει: « Πώς βράχηκες έτσι;» Δεν του απαντάω, απλά περπατάω και κάθομαι
64