λέξη. Αντιθέτως, τα παραδέχτηκε όλα. Αφού ζήτησε ένα ποτό, χωρίς πάγο, σκέτο, μέσα σε κούπα. Τον λύσαμε και ήπιε το ποτό, σε ελάχιστο χρονικό διάστημα. Τότε άρχισε να συμφωνεί με τη μαμά για την κηδεμονία μου, σαν να μη συνέβαινε τίποτα, σαν να μη μου τα είχε πει όλα αυτά τα ψέματα και απλώς να ξεκινούσαμε από το μηδέν. Προσωρινά κατάπια τις αντιρρήσεις μου και δεν είπα τίποτα. Δεν ήξερα τη μαμά μου πολύ καλά, για να είμαι άνετη μαζί της, παρόλο που ήταν η μητέρα μου.
Η μαμά μου έφυγε, αλλά εκείνος είχε μεθύσει, έπινε συνέχεια, με άγχωσε πηγαίνοντας πάνω κάτω στο σπίτι συνεχώς, αναστατώθηκα, άρχισα να κλαίω κι εκείνος με άρπαξε από το χέρι, πήρε ένα γυάλινο μπουκάλι και το έσπασε επάνω μου με μανία. Μάτωσα, τον παρακαλούσα να σταματήσει, όμως δεν το έκανε. Πήρε τη βέργα που άνοιγα φύλλο και συνέχισε να με χτυπάει, μέχρι που κουράστηκε και σταμάτησε, ήπιε άλλο ένα ποτήρι, αυτή τη φορά κόκκινο κρασί, γιατί ήθελε να χαλαρώσει. Τελειώνοντας το ποτό του, είπε μόνο μια λέξη ή μάλλον ένα μέρος:
« Στη Γαύδο, μόνο εκεί θα είσαι δικιά μου!» Τρόμαξα, αλλά εκείνος συνέχισε. « Εκεί θα είσαι μόνο δικιά μου και δε θα υπάρχει κανένας άλλος!»
Έτρεξα, δε θα γλίτωνα από κανένα. Πήγα στη μαμά, που είχε νοικιάσει δωμάτιο ένα χιλιόμετρο πιο κάτω. Μου είπε ότι δεν μπορούσε να κάνει τίποτα, ήμουν δεκατεσσάρων ετών και δεν είχε κανένα δικαίωμα πάνω μου, εφόσον ο πατέρας μου με είχε μεγαλώσει μέχρι τώρα.
Ένιωσα απελπισία, δεν είχα κανέναν στον κόσμο. Πήγα στο λιμανάκι κοντά στο σπίτι μου, είπα ότι δε θα αντέξω αυτό που είχε ο πατέρας στο μυαλό του. Φτάνοντας, είδα μια ξεχαρβαλωμένη βάρκα. Έσπασα ένα μεταλλικό κομμάτι της και το πέρασα με όση δύναμη είχα πάνω από τον δεξιό μου καρπό, ένιωσα να σβήνω, παρόλο που ήταν βράδυ, έβλεπα μαύρες κουκίδες.
Κύριε βαρκάρη, μπορείτε να αποφασίσετε αν θα πάω επάνω στην κοιλάδα ή αν θα πάω στα καζάνια; Σας παρακαλώ, σκεφτείτε ότι τριγυρνώ σαράντα χρόνια τώρα για να σας βρω και να σας πω για τη δικιά μου ζωή και τη δικιά μου οπτική γωνιά των πράγματων …
63