καιρός ήταν καλός, έβλεπες το νησί της Ηρακλείας. Ζούσα για την Ίο. Ήταν ο έρωτάς μου!
Στον δρόμο για το λιμάνι είχαμε ένα μικρό ατύχημα, ένα μικρό γδάρσιμο στη μάσκα, αλλά το φρενάρισμα που έκανε ο μπαμπάς ήταν αρκετό για να χτυπήσει κάποιος και μάλιστα σοβαρά. Κι αυτό έγινε, χτύπησε κάποιος, όχι εγώ, ο μπαμπάς μου, όχι πολύ, λίγο, στο κεφάλι. Όλα πήγαν καλά, ευτυχώς, αν και απ’ ό, τι έμαθα δεν ήταν κανονισμένο να πάνε όλα καλά. Μου έχει μείνει μια χαρακτηριστική ανάμνηση, ο ήχος από τα φρένα... Θα τον θυμάμαι μια αιωνιότητα …
Μεγαλώνοντας δεν πήγα σχολείο, ο μπαμπάς μου ήταν δάσκαλος και μου έμαθε πολλά ή όσα χρειαζόταν. Μου αρέσαν τα επαγγέλματα υγείας, ό, τι ήξερα και μάθαινα γι’ αυτά με γοήτευε.
Τα χρονιά περνούσαν. Οι καιροί πότε καλοί, πότε άσχημοι, πότε ήρεμοι, πότε άγριοι. Μεγάλωνα και μεγάλωνα και από μια τόση δα κάμπια, έγινα πεταλούδα και βάδιζα προς την ενηλικίωση. Ο δρόμος μεγάλος, οπότε ακόμα θα μπορούσε κανείς να πει ότι τον βαδίζω ακόμα. Ήμουν δεκατεσσάρων ετών, όταν ξαναείδα τη μαμά μου, που νόμιζα ότι μας είχε παρατήσει.
Ο μπαμπάς μου, ο λατρεμένος μου μπαμπάκας, μου είχε πει ψέματα, αισχρά ψέματα, όπως ότι η μαμά μου ήταν πόρνη και ότι μας άφησε για τα λεφτά και ότι η μαμά μου δεν ήθελε να με γεννήσει, παρά να κάνει έκτρωση. Και άλλα πολλά... Όπως καταλαβαίνεις, κύριε, δεν αντέδρασα ψύχραιμα, όταν την είδα μπροστά μου, φώναξα, ούρλιαξα, της είπα ότι δεν την θέλω μέσα στο σπίτι μου και ότι είναι η χείριστη μητέρα. Πώς ήξερα το πρόσωπό της; Από φωτογραφίες … ακριβώς, από φωτογραφίες … την ίδια μου τη μάνα από φωτογραφίες.
Την ώρα, λοιπόν, που της φωνάζω να φύγει, μπαίνει στο σπίτι ο μπαμπάς μου, ακούγοντάς με νευριάζει, κλωτσάει την πόρτα με τόση δύναμη, που ξανακλείνει απότομα, πάνω στο πρόσωπό του, λιποθύμησε και τον κουβαλήσαμε με τη μαμά μέσα. Ήταν η πρώτη φορά που κάναμε κάτι μαζί, όσο καιρό έχω συνείδηση, το βλέμμα της είχε γαλήνη, κάθε φορά που με κοιτούσε. Με έπεισε να τον δέσουμε, γιατί αυτό θα ήταν το καλύτερο για να μπορέσουμε να μιλήσουμε έστω για μια φορά σαν οικογένεια. Το κάναμε κι όταν ξύπνησε ο πατέρας μου και χτύπησε το τρίτο καμπανάκι, η παράσταση άρχισε...
Αποκαλύψεις από τη μαμά και ψεύτικα δάκρυα από τον πατέρα. Εξοργίστηκα, γιατί δεν αρνήθηκε τίποτα απ’ όσα έλεγε η μαμά. Ούτε μισή
62