1ος Μαθητικός Διαγωνισμός ποίησης Δήμου ΧαΊδαρίου 2026 | Page 61

2 ο ΒΡΑΒΕΙΟ

2 ο ΒΡΑΒΕΙΟ

ΑΛΕΞΑΝΔΡΑ ΚΑΡΒΟΥΝΗ
Πρότυπο ΕΠΑΛ Χαϊδαρίου, Τάξη Γ
Η ΒΑΡΚΑ
Ο ΠΑΤΕΡΑΣ ΜΟΥ με είχε σαν κόσμημα, πολύτιμο, πανάκριβο και, πάνω απ’ όλα, κλειστό σε ένα βαζάκι με άσχημο, φτηνό και σιχαμερό περιτύλιγμα. Δεν ήξερα πώς να αντιδράσω, πλέον γνωρίζω ότι κάποια πράγματα δε χωράνε μέσα μου και δε χωράνε, επειδή δεν έχουν θέση στην ζωή μου, γιατί δεν τα ανέχομαι …. θα ακουστεί σαν βιβλίο αυτοβελτίωσης, αλλά αξίζω να μου συμπεριφέρονται καλύτερα!
Όταν κάτι φεύγει, κάτι άλλο έρχεται, λένε. Όμως, αν αυτό που θα φύγει δεν είσαι έτοιμός να το αποχωριστείς; Αν αυτό που έρχεται είναι πολύ καλό, για να είναι αληθινό; Αυτά τα δείχνει ο χρόνος... Ποιος τον αντιμετωπίζει τον χρόνο; Ποιος του πάει κόντρα; Θέλω να γνωρίσω έναν άνθρωπο που να μην τον φοβάται. Αλήθεια όμως να μην τον φοβάται, γιατί όλοι αυτό λέμε, αλλά ποιος το εννοεί; Έναν θέλω, μόνο έναν και θα σταματήσω κι εγώ να τον φοβάμαι!
Ήμουν τριών ετών, όταν οι γονείς μου χώρισαν. Ο μπαμπάς μου δεν ήταν ο καλύτερος άνθρωπος, δεν ήταν βίαιος, δεν χτυπούσε τη μαμά, αλλά της φώναζε πολύ. Μια μέρα, κατάλαβε ότι η μαμά θα με έπαιρνε να φύγουμε. Να γλιτώσουμε … Ο μπαμπάς το κατάλαβε και θύμωσε, τσακώθηκαν και έβαλαν ένα ποτό να πιουν για να ηρεμήσουν. Εκείνος πήγε στον πάγκο με τα ποτά, έβαλε το δικό του και έπειτα μέσα στο ποτήρι της μαμάς έριξε μια σκόνη, που ποτέ δεν έμαθα τι ήταν. Έπεσαν για ύπνο, πάλι κοιμηθήκαν, αλλά η μαμά δεν ξύπνησε. Ο μπαμπάς μάζεψε τα πράγματά μας, μπήκαμε στο αμάξι, μου είπε ότι θα πάμε βόλτα και φαινόταν χαρούμενος. Εγώ δεν αντέδρασα άσχημα, γιατί δε μου φάνηκε περίεργο, βασικά δεν είχα την νοημοσύνη να σκεφτώ πονηρά. Πήγαμε στην Ίο, στην Ψάθη, ένα χωριό στην άκρη του νησιού που έχει οκτώ μονίμους κάτοικους, μαζί με εμάς φυσικά. Το βράδυ έβλεπες όλα τα αστέρια, που στην Αθηνά δε φαίνονται και άμα ο
61