1ος Μαθητικός Διαγωνισμός ποίησης Δήμου ΧαΊδαρίου 2026 | Page 59

« Ναι. Μαζί ». Χαμογέλασε. Το πρώτο πραγματικό χαμόγελο μετά από καιρό.
Οι μήνες πέρασαν γρήγορα. Πιο γρήγορα απ’ όσο περίμενα. Διαβάζαμε μαζί, νευριάζαμε μαζί, κανονίζαμε μικρές αποδράσεις για να μην πνιγούμε από το άγχος. Η ζωή δεν ήταν τέλεια, αλλά ήταν ζωή. Και η ζωή, όταν μοιράζεται, βαραίνει λιγότερο.
Τον Δεκέμβριο, σε μια ακόμη νυχτερινή βόλτα στον λόφο, ο Μάρκος μου είπε: « Ξέρεις … σκέφτομαι πως ίσως τελικά έχω κι εγώ ένα όνειρο ».
« Να το πεις ».
« Θέλω να δουλέψω με μουσική. Όχι απαραίτητα κάτι μεγάλο … απλώς … θέλω να προσπαθήσω. Να φτιάχνω ήχους, να γράφω μπιτάκια, να κάνω αυτό που με κάνει να νιώθω ότι κάτι αξίζω ».
« Και;» του είπα. « Τι σε κρατάει;» « Φοβάμαι ότι δεν είναι αρκετό ». « Φοβάσαι επειδή σε νοιάζει. Αυτό σημαίνει ότι είναι αρκετό ». Χαμογέλασε ξανά. Αυτή τη φορά πιο ήρεμα.
« Και ξέρεις τι άλλο;» είπε. « Αν δεν ήσουν εσύ εκείνο το βράδυ … Δεν ξέρω πού θα ήμουν ».
« Εδώ θα ήσουν. Όπως είσαι τώρα.» Με κοίταξε. Έπειτα γύρισε το βλέμμα στον ουρανό. « Ευχαριστώ ».
« Μην ευχαριστείς. Η φιλία αυτό είναι. Να κρατάει τον άλλο, όταν δεν μπορεί να σταθεί ».
Φτάσαμε στον Μάιο. Οι Πανελλήνιες ήταν μπροστά μας σαν τεράστιο κύμα που ερχόταν καταπάνω μας. Αλλά δεν φοβόμουν τόσο όσο περίμενα. Ούτε ο Μάρκος. Είχαμε πια μάθει κάτι σημαντικό: ότι ο φόβος μικραίνει όταν τον λες δυνατά.
Μετά την τελευταία εξέταση, πήγαμε πάλι στην παιδική μας παραλία. Εκεί όπου είχαν ξεκινήσει όλα. Ο ήλιος ήταν ψηλά αυτή τη φορά. Πιο φωτεινός από τότε.
« Λοιπόν;» τον ρώτησα. « Τι θα κάνεις το καλοκαίρι;»
59