1ος Μαθητικός Διαγωνισμός ποίησης Δήμου ΧαΊδαρίου 2026 | Page 58

Δεν θα προσποιηθώ ότι δεν τρόμαξα. Τρόμαξα όσο ποτέ. Αλλά δεν του το έδειξα. Έπρεπε να μείνει εκεί, μαζί μου, στο παρόν.
« Μάρκο, μη … Μη μένεις μόνος σου με τέτοιες σκέψεις. Δεν είσαι βάρος. Δεν είσαι άχρηστος. Δεν είσαι αόρατος ».
« Έτσι νιώθω ».
« Το ξέρω, αλλά δεν είναι αλήθεια. Κοίτα … Αν φύγεις, θα λείψεις. Σε μένα. Στους γονείς σου. Στον κόσμο. Δεν το βλέπεις τώρα, αλλά … έχουμε δρόμο. Έχουμε όνειρα ακόμα να κάνουμε μαζί ».
Έμεινε ακίνητος. Ο άνεμος ανακάτευε στα μαλλιά του και για πρώτη φορά τον είδα να διστάζει. Να μην το έχει αποφασίσει. Να παλεύει.
« Δεν ξέρω αν μπορώ να αλλάξω », είπε.
« Δεν χρειάζεται να το κάνεις μόνος σου. Θα τα βρούμε μαζί. Αρκεί να θες να μείνεις εδώ. Αρκεί να πάρεις μια ανάσα ακόμα.»
Και τότε είδα ένα δάκρυ να κυλάει. Το πρώτο. Ένα δάκρυ που είχε μέσα του λύπη, φόβο, κουράγιο και παράδοση. Κι ήταν αρκετό για να καταλάβω πως θα προσπαθούσε.
Καθίσαμε εκεί μέχρι αργά. Μιλήσαμε για μικρά πράγματα— για μουσική, για βιντεοπαιχνίδια, για το ότι οι γονείς μου ακόμη νομίζουν ότι κοιμάμαι στις 11. Τα μεγάλα δεν τα ακουμπήσαμε ξανά. Δεν χρειαζόταν. Είχε ήδη ειπωθεί το πιο σημαντικό: ότι ήταν εδώ.
Τις επόμενες μέρες ήμουν συνέχεια δίπλα του. Ο Μάρκος μίλησε στους γονείς του, πήγε σε ψυχολόγο— κάτι που στην αρχή τον τρόμαξε, αλλά ύστερα τον ηρέμησε. Δεν έγινε καλά από τη μια μέρα στην άλλη. Κανείς δεν γίνεται. Είχε μέρες που έλαμπε και μέρες που εξαφανιζόταν. Αλλά δεν έφυγε. Δεν παραιτήθηκε. Έμεινε.
Και, ξαφνικά, ήρθε ο Σεπτέμβριος.
Ήταν η πρώτη μέρα της Γ Λυκείου και όλοι νιώθαμε εκείνο το μείγμα φόβου και ενθουσιασμού. Ο Μάρκος ήρθε στο σχολείο με ένα μαύρο σακίδιο και τα ακουστικά στον λαιμό, όπως πάντα. Αλλά κάτι είχε αλλάξει. Όχι γύρω του. Μέσα του.
« Έλα », του είπα. « Πάμε να το παλέψουμε ». « Να το παλέψουμε;» επανέλαβε.
58