1ος Μαθητικός Διαγωνισμός ποίησης Δήμου ΧαΊδαρίου 2026 | Page 57

Κοίταζε το νερό. Ήταν η πρώτη φορά που τον άκουγα να μιλάει έτσι. Χωρίς μάσκα, χωρίς αστεία.
« Δεν χρειάζεται να τα ξέρεις όλα τώρα », του είπα όσο πιο απαλά μπορούσα. « Και κανείς δεν τρέχει μπροστά. Απλώς … ψάχνεται. Όπως όλοι μας ».
« Ναι, αλλά εσύ έχεις όνειρα. Θέλεις να σπουδάσεις γραφιστική, να φύγεις, να ανοίξεις δικό σου στούντιο. Εγώ τι; Δεν έχω τίποτα ».
Πικρή σαφήνεια. Μαχαιριά.
« Δεν είναι όλα έτοιμα στα 17, ρε Μάρκο. Και δεν είναι αγώνας δρόμου. Φτάνει να μην τα παρατήσεις ».
Δεν με κοίταξε, αλλά το βλέμμα του μαλάκωσε για μια στιγμή. Ύστερα σηκωθήκαμε και μπήκαμε στο νερό. Δεν μιλήσαμε άλλο. Απλώς κολυμπήσαμε, όπως τότε που ήμασταν δέκα.
Πέρασε λίγος καιρός. Το καλοκαίρι προχωρούσε, αλλά ο Μάρκος δεν ήταν καλύτερα. Μπορεί να έδειχνε πιο σταθερός, αλλά εγώ έβλεπα πίσω απ’ το χαμόγελο. Έβλεπα το βάρος.
Ένα βράδυ, γύρω στις 11, μου έστειλε μήνυμα: « Μπορείς να κατέβεις στην πλατεία;»
Κάτι μέσα μου πάγωσε. Πήγα χωρίς να απαντήσω.
Τον βρήκα στο παγκάκι μας – στο παγκάκι που κάθε χρόνο κάποιος το έβαφε άλλα χρώματα, αλλά εμείς πάντα το λέγαμε δικό μας. Είχε τα ακουστικά κρεμασμένα στον λαιμό και τα μάτια του γυάλιζαν. Όχι από δάκρυα, αλλά από κάτι που έμοιαζε επικίνδυνο.
« Πάμε μια βόλτα;» ρώτησε.
Περπατήσαμε μέχρι τον λόφο. Από εκεί φαινόταν όλη η πόλη, μικρή και αθώα, σαν παιχνίδι. Καθίσαμε στο πεζούλι. Μετά από ώρα, ο Μάρκος είπε: « Ξέρεις … σήμερα σκέφτηκα πως ίσως να μην έχει νόημα όλο αυτό ».
Η καρδιά μου χτύπησε δυνατά. « Τι εννοείς;» Κατέβασε το βλέμμα. « Να υπάρχω ».
57