γ. ΚΑΛΟΜΟΙΡΑ ΤΟΝΤΟΡΟΒΑ
4ο Λύκειο Χαϊδαρίου, τάξη Β
ΟΤΑΝ ΞΗΜΕΡΩΣΕ
ΔΕΝ ΞΕΡΩ αν αυτό το καλοκαίρι ήταν πράγματι διαφορετικό ή αν απλώς εγώ είχα αλλάξει. Ίσως, τελικά, να συμβαίνουν και τα δύο ταυτόχρονα. Εκείνος ο Ιούνιος μύριζε γιασεμί, ανησυχία και κάτι σαν υπόσχεση. Είχαμε μόλις τελειώσει τη Β΄ Λυκείου και όλοι μιλούσαν για τη Γ΄, τις Πανελλήνιες, το « μετά ». Εγώ απλώς ήθελα λίγη ησυχία. Και τον Μάρκο, όπως τον ήξερα πριν αρχίσουμε να μεγαλώνουμε πολύ γρήγορα.
Ο Μάρκος ήταν ο παιδικός μου φίλος. Από αυτούς που μπορείς να μην τους δεις μήνες, αλλά να συνεχίσεις από το ίδιο σημείο. Ή, τέλος πάντων, έτσι νόμιζα. Τον τελευταίο καιρό είχε απομακρυνθεί. Δεν έλεγε πολλά, δεν γελούσε όπως παλιά, κι όταν τον ρωτούσα « τι έχεις;» έλεγε πάντα « τίποτα, μωρέ, κουρασμένος είμαι ». Εγώ όμως ήξερα. Δεν ξέρω από πού, αλλά ήξερα. Κάτι είχε μέσα του που έβραζε.
Τον έπεισα να έρθει μαζί μου στην παλιά μας παραλία ένα απόγευμα του Ιουλίου. Εκείνη που πηγαίναμε από παιδιά, με τις πέτρες που πονούσαν όταν τις πατούσες αλλά δεν μας ένοιαζε, γιατί μας ένοιαζε μόνο να κολυμπήσουμε όσο πιο βαθιά μπορούσαμε. Ήταν σχεδόν άδεια, σαν να μας περίμενε.
Καθίσαμε στην άμμο. Ο ήλιος έδυε αργά, σαν να μην ήθελε κι αυτός να φύγει. « Τι γίνεται, ρε Μάρκο;» ξαναρώτησα. Σιωπή. Βαριά σιωπή, σαν πέτρα.
Για μια στιγμή νόμιζα πως δεν θα έλεγε τίποτα. Μετά τον άκουσα να παίρνει μια βαθιά ανάσα.
« Νιώθω … σαν να μην είμαι αρκετός για τίποτα », είπε. « Για το σχολείο, για το σπίτι, για όλα. Σαν να τρέχουν όλοι μπροστά κι εγώ να μένω πίσω. Δεν ξέρω τι θέλω να κάνω στη ζωή μου, δεν ξέρω αν αξίζει καν να προσπαθήσω. Κι όσο πιο πολύ το σκέφτομαι τόσο με πνίγει ».
56