1ος Μαθητικός Διαγωνισμός ποίησης Δήμου ΧαΊδαρίου 2026 | Seite 39

δόση ελπίδας και μια δόση ευτυχίας. Το πνεύμα των Χριστουγέννων ήταν σαν να είχε χαθεί μέσα στην Ελένη.
Η Αφρούλα με τον Αλέκο είχαν στολίσει το σπίτι για να την κάνουν να νιώσει καλύτερα. Η μεγαλύτερη κόρη της, η Μαριάνθη, είχε δύο γιους, μια κόρη κι έναν άντρα τον οποίο αγαπούσε πολύ. Ο πατέρας της δεν τον ήθελε τον άντρα της Μαριάνθης, γιατί πίστευε ότι δεν ήταν ο ιδανικός για την κόρη του. Ήθελε τα καλύτερα για τα παιδιά του, αλλά εκείνη δεν την ενδιέφερε η γνώμη του. Για τα Χριστούγεννα η Μαριάνθη με το δεκαπέντε ημερών κοριτσάκι της σκέφτηκε να πάει στο χωριό να δει τους γονείς της. Ήθελε να μιλήσει με τη μητέρα της, να της πει όλα αυτά που ένιωθε, για την πίεση στην πόλη και τη διαμονή της στη Θεσσαλονίκη. Μιλούσε με την Αφρούλα με τις ώρες στο τηλέφωνο για να μαθαίνει τα νέα τους. Και για τον μπαμπά της ρωτούσε, παρόλο που είχαν τσακωθεί για το θέμα του άντρα της.
Ο δύσμοιρος ο άντρας της όμως δεν μπορούσε να κάτσει μαζί της όλες τις μέρες, γιατί δούλευε. Όταν έμαθε ο Αλέκος τι επρόκειτο να κάνει ο γαμπρός του εκνευρίστηκε, θύμωσε. Ήξερε πως δεν έπρεπε να πάει κόντρα στην κόρη του, γιατί δεν θα του μιλούσε ξανά και δεν θα του επέτρεπε να δει το παιδί της. Σκέφτηκε λοιπόν να της βάλει ιδέες για τον άντρα της, δηλαδή να της πει ότι, όσο εκείνη έλειπε, εκείνος δεν δούλευε, αλλά ξενυχτούσε και χαλούσε τα λεφτά του στο καζίνο. Η Μαριάνθη δεν πίστεψε λέξη από τα λόγια του πατέρα της.
Ο γιος, ο μονάκριβος γιος της Ελένης και του Αλέκου, ο Γιώργος, είχε μετακομίσει από τα είκοσί του στην Πάτρα για σπουδές, αλλά εγκαταστάθηκε εκεί τελικά για πολύ περισσότερο. Εκεί παντρεύτηκε μια όμορφη γυναίκα, η οποία τώρα περίμενε ένα αγοράκι. Όλη η οικογένεια μαζί μαζεύτηκαν στο χωριό γύρω από το τραπέζι που είχε ετοιμάσει η Αφρούλα.
39