2 ο ΒΡΑΒΕΙΟ
2 ο ΒΡΑΒΕΙΟ
ΛΕΜΟΝΙΑ ΝΤΑΛΑΠΕΡΑ
3ο Γυμνάσιο Χαϊδαρίου, Α2
ΤΟ ΠΙΟ ΛΑΜΠΡΟ ΑΣΤΕΡΙ
ΤΟ ΠΡΩΙ εκείνο έκανε πολύ κρύο. Η Ελένη έπινε τον καφέ της στο τραπεζάκι δίπλα στο τζάκι. Η μικρότερη κόρη της, η Αφρούλα, ήθελε βόλτα στα μαγαζιά για τις χριστουγεννιάτικες αγορές της. Δεν ήθελε να κουράσει την μαμά της κι άλλο, απλά ήθελε να την ξεκουνήσει από το σπίτι στο οποίο είχε κλειστεί εδώ και πολύ καιρό.
Η Ελένη είχε χάσει πρόσφατα τον αδερφό της, τον οποίο αγαπούσε πάρα πολύ. Δεν ήξερε αν έφταιγε. Είχαν να μιλήσουν πολύ καιρό, γιατί είχαν τσακωθεί για ένα οικόπεδο στην Άρτα. Δεν ήθελε να χωρίσει με τον αδερφό της μ’ αυτόν τον τρόπο. Το νέο το έμαθε από τον ξάδερφό της, τον Νίκο. Ο Νίκος, ένας μεγάλος σε ηλικία άντρας, είχε μεγάλη αδυναμία στην ξαδέρφη του την Ελένη. Η Ελένη πίστευε πως αυτό θα ήταν το τέλος της, απλώς θα έπινε καφέ στο τραπεζάκι δίπλα στο τζάκι.
Η Αφρούλα ανησυχούσε για τη μητέρα της. Τα αδέρφια της είχαν εγκαταλείψει το σπίτι τους και έμεναν σε άλλες πόλεις της Ελλάδας, έχοντας αποκτήσει συντρόφους και παιδιά. Δεν ένιωθε εγκαταλειμμένη, αδικημένη ένιωθε. Δεν της έλειπε τίποτα, ό, τι ήθελε μπορούσε να το έχει. Ο άντρας της ο Αλέκος ήθελε τη δόξα στο χωριό του. Το χωριό του ήταν ένα μικρό κατσικοχώρι έξω από το Μεσολόγγι. Σε αντίθεση με την Ελένη, ο Αλέκος, μετά τον χαμό της δικιάς του αδερφής, έγινε πιο κοινωνικός και γενναιόδωρος. Στην Ελένη συμπαραστάθηκε όπως έπρεπε, αλλά ήθελε να γίνει ο δήμαρχος του χωριού του. Ο μονάκριβος γιος του όμως δεν ήθελε να μπλεχτεί με πολιτικές καταστάσεις. Οι δύο κόρες του όμως ήταν πρόθυμες να πάνε στο χωριό και να αναλάβουν τα οικόπεδα με τα παιδιά τους σε μερικά χρόνια.
Η Ελένη περίμενε στο αγαπημένο της σημείο να περάσουν οι γιορτές. Δεν περίμενε να έρθουν τα παιδιά της να τη δούνε. Ούτε τα εγγόνια της περίμενε. Ήξερε ότι είχαν τη δικιά τους ζωή και δεν ήθελε να επέμβει σ’ αυτή. Όλες οι φίλες της Ελένης ήταν στα Τρίκαλα για τα Χριστούγεννα με τους συντρόφους τους. Και στην Ελένη της είχαν πει να πάει, αλλά εκείνη αρνήθηκε, λέγοντας ότι δεν είναι για τέτοια πλέον.
Μια μέρα έλειψε η Αφρούλα κι εκείνη δεν κουνήθηκε από το τραπεζάκι δίπλα στο τζάκι. Ούτε που ξεκόλλησε το βλέμμα της από το παράθυρο. Δεν της έλειπε κάτι. Μόνο μια
38