Ά. Μ.: « Μα το ερώτημα δεν είναι αυτό, αλλά πώς κατάφερες να φτάσεις μέχρι εδώ. Είναι αδύνατον … δεν μου έχει ξανασυμβεί ποτέ κάτι τέτοιο. Είσαι σίγουρα αληθινή;»
Εγώ: Εμμ … σχετικά με αυτό …»
Ά. Μ.: « Ωχχ! Αμάν! Αυτό πρέπει να το ερευνήσω … και μάλιστα τώρα αμέσως. Δεν είναι λογικό αυτό που συμβαίνει αυτή τη στιγμή ».
Εγώ: « Δεν καταλαβαίνω, προς τι όλος αυτός ο φόβος και η ανησυχία; Δεν καταλαβαίνεις τι έχει συμβεί;»
Ά. Μ.: « Μα όχι! Προφανώς και όχι! Ποτέ μα ποτέ δεν υπήρξαν επισκέψεις σε ένα τόσο μυστικό μέρος ».
Εγώ! « Ηρέμησε καλέ! Μία οντότητα ονείρου είμαι. Αυτή τη στιγμή απλώς κοιμάμαι και ταξιδεύω με το μυαλό μου ».
Ά. Μ.: « Ουφφ … πάλι καλά. Γιατί αυτά τα πράγματα δεν είναι λογικά!» Εγώ: « Ναι, τώρα που το λες, κάτι κατάλαβα από την ψύχραιμη αντίδραση σου ».
Ά. Μ.: « Ειι … μην κοροϊδεύεις! Αν θυμάσαι καλά, εσύ ήσουν αυτή που πανικοβλήθηκες πρώτη ».
Εγώ: « Ναι, κάπου εδώ έχεις ένα δίκιο, αλλά εξακολουθώ να μην καταλαβαίνω πού βρίσκομαι. Και επίσης ποιος είσαι εσύ;»
Ά. Μ.: « Αχχ, ναι … χίλια συγγνώμη! Είμαι ο Φύλακας. Ο Φύλακας των ξεχασμένων ονείρων, κι εσύ βρίσκεσαι στον χώρο στον οποίο κάθε παιδί και κάθε μεγάλος έχει αφήσει το όνειρό του, το οποίο το ίδιο του το μυαλό δεν ήθελε να συγκρατήσει. Γι’ αυτό άλλωστε γύρω σου υπάρχουν δισεκατομμύρια φάκελοι και ονοματεπώνυμα ».
Στην αρχή δεν μπορούσα να το πιστέψω. Μου φαινόταν αδιανόητο να υπάρχει στ’ αλήθεια ένα τέτοιο μέρος. Μα όταν κοίταξα γύρω μου, κατάλαβα πως ίσως ο Φύλακας να μην έλεγε ψέματα τελικά. Ένα κτίριο σε σχήμα δίσκου που θύμιζε πολύ βιβλιοθήκη και αμέτρητα μικρά ραφάκια και συρταράκια, τα οποία έκρυβαν μέσα τους κάτι πολύ μυστήριους και μονόχρωμους φακέλους. Και, για την τελική πινελιά, το ονοματεπώνυμό μου κάπου ψηλά στο βάθος.
Ακόμα δεν μπορώ να καταλάβω πώς το μάτι μου έπεσε πάνω στο δικό μου συρταράκι, αντί να πέσει σε οποιοδήποτε άλλου. Μάλλον ήταν κάποιου είδους μαγεία και δικαιολογείται απόλυτα, αφού ό, τι είχα ζήσει ήδη μέχρι εκείνη τη στιγμή δεν το έλεγες και φυσιολογικό. Αλλά ήμουν μέσα σε ένα όνειρο. Και αν σε
34