1ος Μαθητικός Διαγωνισμός ποίησης Δήμου ΧαΊδαρίου 2026 | Page 33

γ. ΛΟΥΙΖΟΥ ΜΑΡΙΑ 7ο Γυμνάσιο Χαϊδαρίου, Γ1
Ο ΦΥΛΑΚΑΣ ΤΩΝ ΞΕΧΑΣΜΕΝΩΝ ΟΝΕΙΡΩΝ
ΕΧΕΤΕ ΣΚΕΦΤΕΙ ποτέ τα όνειρα; Όχι απαραίτητα κάτι συγκεκριμένο, απλώς θέλω να ξέρω αν έχετε κρατήσει ποτέ στην άκρη του μυαλού σας κάτι που έχετε ονειρευτεί και παραδόξως έβγαζε απόλυτο νόημα. Γιατί αν ρωτάτε εμένα, όχι μόνο βλέπω όνειρα με νόημα αλλά καμιά φορά ξυπνάω και νιώθω πως ακόμα βρίσκομαι μέσα στο μυαλό μου και μετά από μερικά λεπτά συνειδητοποιώ πως η πραγματικότητα που ζω τώρα δεν είχε καμία σχέση με αυτό που ζούσα όταν κοιμόμουν. Και το πιο ακραίο απ’ όλα; Καμιά φορά ξέρω πως είδα κάποιο όνειρο και είμαι απολύτως σίγουρη γι’ αυτό, αλλά ξυπνάω και … και ξαφνικά δεν θυμάμαι τίποτα! Κι όταν λέω τίποτα, εννοώ πως μέσα στο μυαλό μου δεν έχει μείνει ούτε μία εικόνα του ονείρου που μόλις είχα δει. Άρα, πού λέτε να πηγαίνουν όλα αυτά τα όνειρα τα οποία κανείς μας δεν θυμάται, αλλά όλοι ξέρουμε πως τα ονειρευτήκαμε;
Την περασμένη Τετάρτη, γύρισα από το σχολείο πτώμα. Απ’ ό, τι θυμάμαι, είχα 7ωρο. Πολλές ώρες για τόσο λίγο ύπνο την προηγούμενη μέρα. Και πολύ απαιτητικά μαθήματα για την ίδια την μέρα. Το μόνο που έκανε σβούρες μέσα στο κεφάλι μου ήταν ο υπερσυντέλικος του λύω στα Αρχαία Ελληνικά και το όμορφο κρεβατάκι μου, που ήταν σκεπασμένο με ζεστές, απαλές κουβερτούλες. Ήταν σαν να με φώναζε από το πρωί και, κάθε φορά που το σκεφτόμουν, ένιωθα σαν να έλιωνα και να έπεφτα σιγά σιγά προς τη μεριά που βρισκόταν το αφράτο μαξιλάρι μου. Καμία αμφιβολία για το ότι θα έπεφτα κατευθείαν να κοιμηθώ και πού το κακό, αφού είχα περίπου δύο ώρες μέχρι το μάθημα των αγγλικών μου. Και, για να μην πολυλογώ, έκανα πολύ καλά και κοιμήθηκα, γιατί μέσα από τον ύπνο κατάφερα να κάνω τη φαντασία μου να ξεχειλίσει. Έπεσα λοιπόν με μεγάλη ευχαρίστηση προς τη μεριά του μαξιλαριού και, προτού περάσουν δύο λεπτά, είχα κοιμηθεί τόσο βαριά, που ήταν λες και βούλιαζα ολοένα και πιο βαθιά μέσα στο ίδιο μου το στρώμα. Δεν μπορώ καν να περιγράψω με λόγια το πόσο κουρασμένη ήμουν εκείνη τη μέρα.
Και αφού είχα αποκοιμηθεί τελείως … Άγνωστη μορφή: « Εεε Μαρία; Όλα καλά;»
Εγώ: « Μα τι στο καλό; Πού βρίσκομαι; Και γιατί όλα γύρω μου μοιάζουν τόσο διαφορετικά; Και, το κυριότερο, εσύ γιατί ξέρεις το όνομά μου;»
33