1ος Μαθητικός Διαγωνισμός ποίησης Δήμου ΧαΊδαρίου 2026 | Página 32

Δεν ήταν γιατρός. Δεν ήξερε από τέτοια. Μα δεν μπορούσε να χάσει το μόνο άτομο που του είχε απομείνει. Ο Νιβ άνοιξε αργά τα μάτια του. « Τα κατάφερες …» ψιθύρισε με ανακούφιση, καθώς τα μάτια του έκλειναν ξανά. Σαν να ήξερε τη μοίρα του. « Έλα τώρα, μην κάνεις έτσι … μην κλείσεις τα μάτια σου ακόμα ». «… Κοίτα! Τ’ αστέρια!» Ο Χάιντ κοίταξε τον ουρανό. Το νέφος είχε καθαρίσει, τ’ αστέρια έλαμπαν πιο πολύ από ποτέ. « Ναι …» ψιθύρισε, συνειδητοποιώντας επιτέλους το κατόρθωμά του. Όμως πάλι πρώτος ερχόταν ο Νιβ. « Είναι όμορφα », είπε ο μικρός και έκανε μια παύση. « Ευχαριστώ που με βοήθησες να τα δω ». «… Δεν κάνει τίποτα », μουρμούρισε ο Χάιντ, καταλαβαίνοντας πια ότι θα αποχωριζόταν ένα άτομο που είχε παίξει σπουδαίο ρόλο στη ζωή του. « Μου υπόσχεσαι ότι θα χαιρετάς τ’ αστέρια για μένα;» τον ρώτησε ήσυχα ο μικρός. « Ναι, το υπόσχομαι ». « Τέλεια …» είπε ο Νιβ. Τα μάτια του έκλεισαν και δεν ξανάνοιξαν αυτή τη φορά. Ο κόσμος ησύχασε για πρώτη φορά σε έξι χρόνια. Όμως μαζί του ησύχασε μια φωνή, πιο νωρίς από την ώρα της. Δέκα χρόνια μετά …
Κεφάλαιο 8ο
Ο Βοξ είχε ξαναχτιστεί. Τα κτίριά του δέσποζαν στην πρωτεύουσα. Παιδιά έτρεχαν ανέμελα στους δρόμους. Κανένας δεν φοβόταν πια να πει το όνομα του πλανήτη. Όπως επίσης κανένας δεν έμαθε ποιος έφερε την ειρήνη στον κόσμο τους. Αυτός ο άγνωστος καθόταν σ’ ένα λιβάδι. Αυτή η εβδομάδα ήταν γιορτή για τον Βοξ από αρχαίους καιρούς. Οι κάτοικοι τιμούσαν τις ζωές που είχαν χαθεί άδικα σε μάχες. Όμως αυτή τη χρονιά φήμες κυκλοφορούσαν παντού. Φήμες πως φαντάσματα εμφανίζονταν εκείνες τις μέρες. Ο Χάιντ δεν πίστευε σε τέτοιες μπούρδες. Ή προσπαθούσε να πείσει τον εαυτό του πως δεν τις πίστευε. Όμως, εκείνη τη μέρα, του αποδείχτηκε το αναπάντεχο. Εκείνο το βράδυ ο Χάιντ είχε πάει στο χωράφι για να χαιρετήσει τ’ αστέρια. Πάντα κρατούσε τις υποσχέσεις του. Ξάπλωσε για λίγο, οι κρίνοι ήταν τα αγαπημένα του λουλούδια. Ξαφνικά, άκουσε έναν θόρυβο δίπλα του. Όχι δυνατό. Αρκετό όμως για να τραβήξει την προσοχή του. Γύρισε το κεφάλι του και είδε μια φωτεινή μορφή στο χρώμα τ’ ουρανού να κάθεται λίγο πιο δίπλα. Αυτή η μορφή ήταν γνωστή στον Χάιντ. « Δεν γίνεται. Τα φαντάσματα δεν υπάρχουν », σκέφτηκε. Όμως ένα βρισκόταν δίπλα του. Ο Χάιντ αποφάσισε να προσπαθήσει κάτι που του φαινόταν ανόητο. Πήρε μια μεγάλη ανάσα. « Νιβ;» … « Χάιντ;»
32