β. ΒΑΓΙΑ ΜΑΡΕΤΗ
6ο Γυμνάσιο Χαϊδαρίου, Β2
ΤΟΠΟΣ ΧΩΡΙΣ ΟΝΟΜΑ
26
Κεφάλαιο 1ο
ΕΤΡΕΧΕ. Έστω κι ένα δευτερόλεπτο δισταγμού μπορούσε να αποβεί μοιραίο. Κοίταξε πίσω του. Ένα τεράστιο πλάσμα που δεν είχε γνωστή προέλευση. Μόνο έναν σκοπό: να τους καταστρέψει όλους. Συνέχισε το τρέξιμο. Ξαφνικά, όλα έγιναν σκοτεινά. Έξι χρόνια αργότερα … Η ανάσα του Χάιντ φαινόταν στον αέρα όπως περπατούσε κατά μήκος του χωραφιού, το οποίο κάποτε ήταν γεμάτο σοδειά. Χάιντ. Έτσι τον αποκαλούσαν. Έξι χρόνια είχαν περάσει από τότε που ο Βοξ μετατράπηκε σε ατελείωτη κόλαση, γεμίζοντας με τέρατα. Περιπλανιόταν μόνος. Σκότωνε τέρατα, βοηθούσε επιζώντες και συνέχιζε, ελπίζοντας κάποτε να ξαναβρεί την ομάδα του. Στα ταξίδια του με αυτόνομα τρένα, συναντούσε σταθμούς συγκέντρωσης, μα είχε την ίδια απογοήτευση. Δεν έβρισκε κανέναν. Ήταν κουραστικό, αλλά ο σκοπός του ήταν ένας. Εκείνη τη μέρα όμως όλα άλλαξαν.
Κεφάλαιο 2ο
Για τον Χάιντ, ήταν μια συνηθισμένη μέρα στον Βοξ ή, για την ακρίβεια, στον πλανήτη χωρίς όνομα. Μετά την αρχή της αποκάλυψης, κανείς δεν τολμούσε να αναφέρει το όνομα του πλανήτη. Δεν καταλάβαινε τον λόγο, αλλά δεν ρωτούσε κιόλας. Εκείνη τη μέρα κατέβηκε από το τρένο. Είχε φτάσει σε έναν από τους λίγους σταθμούς όπου μαζεύονταν επιζώντες και όχι τέρατα ή άγρια ζώα ψάχνοντας για τροφή. Άνοιξε τη μεταλλική πόρτα και με βαριά βήματα μπήκε στο δωμάτιο. Παντού ακουγόντουσαν φωνές, βήματα, όπλα που ξαναγέμιζαν, έτοιμα να χτυπήσουν εισβολείς. Όταν μπήκε, λίγοι τον κοιτάξαν. Οι περισσότεροι φορούσαν ρούχα μαύρα ή καφέ. Η εμφάνισή τους ήταν το τελευταίο που τους ένοιαζε. Αντίθετα, εκείνος φορούσε κόκκινες μπότες και πανωφόρι, παντελόνι και γάντια σε ανοιχτό γκρι. Από μικρός του άρεσαν τα χρώματα. Ακόμα του άρεσαν, παρόλο που ζούσε σε έναν κόσμο ο οποίος είχε ξεχάσει την έννοια του χρώματος καιρό πριν. Κάποιοι άρχισαν να σχολιάζουν. Όμως αυτό δεν τον ενδιέφερε. Ήθελε μόνο να ξεκουραστεί, μέχρι να αποφασίσει τα επόμενά του βήματα. Καθώς καθόταν, άκουσε ένα μακρόσυρτο « γεια ». Σκέφτηκε: « Ποιος θα σπατάλαγε τον χρόνο του για να μιλήσει σε έναν άγνωστο;» Κοίταξε δίπλα. Ένας έφηβος τον κοίταζε με τα μεγάλα του μπλε μάτια. « Ποιος είσαι;» τον ρώτησε ο Χάιντ.