1ος Μαθητικός Διαγωνισμός ποίησης Δήμου ΧαΊδαρίου 2026 | Page 25

τους, αλλά και ότι οι ίδιοι δεν θα πατούσαν ποτέ ξανά τα χώματα των προγόνων τους. « Γιαγιά τι έπαθες; Γιατί κλαις;» « Κοριτσάκι μου, μην ανησυχείς για μένα! Απλώς με πλημμύρισαν αναμνήσεις από το παρελθόν ». « Γιαγιά, έχω μια ιδέα », είπε με σοβαρό ύφος η μικρή. « Πες μου, τζιέρι μου ». « Να μην κρατήσουμε το κουτί σ’ ένα συρτάρι. Ν’ ακούσουμε την ιστορία του και να τη συνεχίσουμε ». Η γιαγιά την κοίταξε αρχικά με απορία, έπειτα όμως σκούπισε τα μάτια της και χαμογέλασε. « Ξέρεις, Ξένια μου, πάντα φοβόμουν ότι με το πέρασμα των χρόνων όλες οι αναμνήσεις και οι ιστορίες μας θα χάνονταν. Ίσως η ιδέα σου να είναι πολύ καλή ». Σηκώθηκε, άνοιξε ένα από τα συρτάρια και έβγαλε ένα πολυκαιρισμένο βυσσινί τετράδιο με σκληρό εξώφυλλο. « Σ’ αυτό το τετράδιο ήθελα στα νιάτα μου να γράψω τις ιστορίες που μου διηγούνταν οι συγγενείς μου, όπως τις είχα αποτυπώσει εγώ στη μνήμη μου. Νομίζω πως ήρθε η ώρα να το κάνω …» Η γιαγιά άρχισε να αφηγείται. Η Ξένια την άκουγε βουβή και έγραφε στο βυσσινί τετράδιο. Ακουγόταν μόνο ο ήχος της βροχής, η γιαγιά που μιλούσε και η μελωδία του μουσικού κουτιού. Η γηραιά γυναίκα αφηγούνταν ιστορίες για τις υπαίθριες αγορές, όπου κυριαρχούσε η μυρωδιά του βασιλικού και της κανέλας, τις βόλτες στην παραλία της Σμύρνης και τα ανέμελα καλοκαίρια που είχε ζήσει η γιαγιά της, όμως ένιωθε ότι όλα αυτά ήταν δικά της βιώματα. Σταμάτησε για λίγο. Το ταξίδι στον χρόνο μάλλον την είχε εξαντλήσει. « Γιαγιά, πιστεύεις ότι η δικιά σου γιαγιά ήξερε πως μια μέρα ένα δισέγγονό της θα μάθαινε για όλα αυτά;» « Αν όχι με το μυαλό της, τότε με την καρδιά της θεωρώ ότι θα ένιωθε πως κάποτε η επόμενη γενιά θα γνώριζε την ιστορία της ». Οι μήνες πέρασαν, με την Ξένια να περιεργάζεται όλο και περισσότερο το μουσικό κουτί. Μετά από χρόνια έγραψε ένα βιβλίο με όλες αυτές τις ιστορίες και το εξέδωσε, ελπίζοντας πως έκανε την φωνή των προγόνων της να ακουστεί. Δέκα χρόνια μετά, η Ξένια, ώριμη γυναίκα πια, επέστρεψε στο σπίτι της γιαγιάς της. Μπορεί εκείνη να μη βρισκόταν πια εκεί, όμως μια αέρινη αύρα ένιωθε πως πλημμύριζε όλους τους χώρους. Η Ξένια άνοιξε το βυσσινί τετράδιο και βυθίστηκε στις αφηγήσεις τις γιαγιάς της, οι οποίες είχαν γίνει ένα δημοφιλές βιβλίο. Έπειτα από λίγο, έκλεισε το τετράδιο και άνοιξε το μουσικό κουτί. Η γνώριμη μελωδία γέμισε κάθε γωνιά του δωματίου και έκανε την Ξένια να χαμογελάσει. Ήξερε πως η ιστορία δεν θα τελείωνε εδώ. Θα την παρέδιδε μετά από καιρό σε άλλα χέρια, όπως γινόταν εδώ και πολλά χρόνια, τα οποία θα τη συνέχιζαν, προσθέτοντας τη δικιά τους πινελιά. Μέχρι τότε, το μουσικό κουτί περίμενε, για να μαγέψει με τη μελωδία του και να πει την ιστορία του στους επόμενους ιδιοκτήτες του...
25