« Να το προσέχεις σαν τα μάτια σου κι ακόμα κι αν έρθουν πιο δύσκολοι καιροί, να μην το δώσεις σε κανένα ». Κι αυτό είχε κάνει. Το είχε φυλάξει μέχρι που λόγω του απροσδόκητου θανάτου των δύο γονιών της είχε αναγκαστεί να μετακομίσει. Νόμιζε πως το είχε χάσει, ώσπου έφτασε η σημερινή μέρα. Δεν περίμενε ότι βρισκόταν ακόμη στο σπίτι της. « Εγγονούλα μου, μου έκανες το μεγαλύτερο δώρο. Μπορεί να μην το καταλαβαίνεις, όμως βρήκες το σημαντικότερο πράγμα που έχει μείνει από τις παλιότερες γενιές μας και γι’ αυτό σ’ ευχαριστώ πολύ! Για ανταμοιβή, θα σου φτιάξω το αγαπημένο σου φαγητό, κεφτεδάκια!» Και σκουπίζοντας με την ποδιά της τα δάκρυα της, πήγε στην κουζίνα. Η Ξένια έμεινε μόνη στο δωμάτιο, έχοντας στα χέρια της το μουσικό κουτί. Η μελωδία του αντηχούσε στο μυαλό της μαζί με τις σταγόνες της βροχής που άρχισαν να πέφτουν πάνω στο τζάμι. Κάθισε στο κρεβάτι και ξανάνοιξε το κουτί πιο, προσεκτικά αυτή τη φορά. Παρατήρησε τα λουλούδια. Της θύμισαν αυτά που είχε δει σε φωτογραφίες που έχει η γιαγιά της από τη Σμύρνη, οι οποίες απεικόνιζαν γυναίκες με αυτά τα λουλούδια στα καλοραμμένα φορέματά τους. Κάτω από τον μηχανισμό του κουτιού παρατήρησε κάτι κιτρινωπό. Με ήρεμες κινήσεις το τράβηξε. Ήταν ένα χαρτί, το οποίο και ξεδίπλωσε αμέσως. Αναγνώρισε ότι τα γράμματα ήταν ελληνικά, αλλά είχε μια δυσκολία στο να τα διαβάσει. Λίγο ο τρόπος γραφής, λίγο και η ύπαρξη μερικών λέξεων στα σμυρναίικα δυσκόλευαν την Ξένια.
Εάν διαβάζεις αυτό το γράμμα, έλεγε, σημαίνει ότι αυτό το μουσικό κουτί βρίσκεται σε καλά χέρια.
Η Ξένια δεν σταμάτησε να διαβάζει. Το γράμμα περιέγραφε λεπτομερώς τη ζωή στη Σμύρνη. Μιλούσε για τις αγορές και τα διάφορα μπαχαρικά που προμηθεύονταν από την Ανατολή, για τη θρησκευτική ζωή, αλλά και για τα ήθη και τα έθιμα που είχαν οι άνθρωποι εκεί πριν από την καταστροφή της. Στο τέλος, η αποστολέας υπέγραφε με το όνομα « Κλειώ Σεκμεντζίδου ». Μετά το πέρας της ανάγνωσης, η Ξένια έτρεξε να δείξει το γράμμα στη γιαγιά της, που τηγάνιζε τα κεφτεδάκια. Η ηλικιωμένη σταμάτησε για λίγο τη μαγειρική, κάθισε στο τραπέζι της κουζίνας, φόρεσε τα γυαλιά της και άρχισε να διαβάζει. « Πολύ περίεργο », είπε. Η μητέρα μου δεν μου είχε μιλήσει ποτέ για την ύπαρξη αυτού του γράμματος ». « Ίσως επειδή δεν ήξερε ούτε αυτή ότι υπήρχε », διαπίστωσε η Ξένια. « Όμως, ποια είναι η Κλειώ Σεκμεντζίδου;» « Αυτό είναι το όνομα της γιαγιάς μου. Κλειώ την έλεγαν, γι’ αυτό κι εγώ ονομάζομαι Κλειώ-Ελένη. Πήρα το όνομα της γιαγιάς μου, όπως συνηθιζόταν εκείνη την εποχή, πριν από ογδόντα χρόνια ». Η γιαγιά άρχισε να κλαίει. Θυμήθηκε τις ιστορίες που της έλεγαν οι γονείς της για τη Σμύρνη, όταν ήταν μικρή. Για τον ξεριζωμό των ντόπιων από τους Τούρκους, τις θηριωδίες που υπέστησαν όσοι παρέμειναν στην πόλη, τον διαχωρισμό των οικογενειών, τις κλοπές των περιουσιών των αμάχων, την απόγνωση των ανθρώπων που ήξεραν ότι δε θα ξαναδούν τους αγαπημένους
24