ξεχάσουν τα δεινά που σκόρπιζε ο πόλεμος στο πέρασμά του. Τώρα το χιόνι είχε ποτιστεί με αίμα, αγκαλιάζοντας τα νεκρά σώματα, προσπαθώντας να τα ζεστάνει … να απαλύνει τον πόνο που τόσο άδικα είχαν υποστεί. Όλες οι ψυχές που είχαν χαθεί φαίνονταν γνώριμες, μα μία μόνο πάγωσε και την τελευταία ελπίδα της οικογένειας της Ολίβιας. Να εκεί πιο κάτω, σκεπασμένος με χιόνι … σαν με κουβέρτα … βρισκόταν ο πατέρας της. Και γύρω του μία λίμνη αίματος, που κουβαλούσε μαζί της τις τύψεις ενός πολεμιστή ή καλύτερα ενός ανθρώπου που αναγκάστηκε να γίνει πολεμιστής για να επιβιώσει. Όλα συνέβησαν τόσο γρήγορα. Τόσο βιαστικά, που η Ολίβια δεν πρόλαβε μέσα σε όλη αυτή την αναστάτωση να ειδοποιήσει τον αγαπημένο της για την απρόβλεπτη απόφαση της μητέρας της. Μετανάστευση. Θα έφευγαν. Δεν είχαν λόγο πια να ζουν εδώ, όπως τους είπε η μητέρα τους. Χωρίς τον πατέρα της Ολίβιας, δεν υπήρχε νόημα να περιμένουν να τελειώσει ο πόλεμος. Μόνο με ένα θαύμα θα γινόταν και όλοι γνωρίζουμε πως θαύματα υπάρχουν μόνο στα παραμύθια. Εδώ όμως δεν ήταν παραμύθι, αλλά η ζωή. Η ζωή με τον θάνατο και τις επιπτώσεις του. Αυτή είναι η ζωή. Μιλώντας για τον θάνατο, ο καημένος ο Έντουαρντ δεν έλαβε ποτέ ξανά γράμμα από την αγαπημένη του και θεώρησε πως την είχε αγκαλιάσει και αυτήν το χιόνι, όπως τον πατέρα της. Δεν έπαψε να της στέλνει. Ο δήθεν θάνατός της δεν εμπόδισε τον νεαρό έφηβο από το να στέλνει γράμματα που δεν θα διαβάζονταν ποτέ. Όχι. Δεν τον πείραζε που δεν θα ερχόταν ποτέ μία απάντηση, γιατί του αρκούσε η σκέψη ότι η Ολίβια τα διάβαζε παρέα με το χιόνι. Δεν είχε ξεστομίσει τη λέξη νεκρή και ούτε το είχε επεξεργαστεί. Αν το έκανε, δεν θα μπορούσε να ζήσει. Όμως, δεν ήξερε πώς να ζει χωρίς αυτήν. Όλη η κατάσταση άρχισε σιγά σιγά να τον καταστρέφει ψυχολογικά και σωματικά, με αποτέλεσμα την αρρώστια του. Το τέλος του. Δεν έχασε μόνο την αγάπη του, αλλά και τον εαυτό του. Συνήθως λέμε ότι ο χρόνος γιατρεύει. Η ψυχή συνηθίζει. Όταν όμως μετά από δέκα ολόκληρα αβάσταχτα χρόνια η Ολίβια γύρισε πίσω, ο πόνος ήταν ακόμα εδώ. Ακόμα ο ίδιος. Σαν να μην είχε περάσει ούτε μία μέρα. Οι αναμνήσεις φάνταζαν τόσο νέες. Τόσο γνώριμες. Η αγάπη της για τον Έντουαρντ δεν είχε αλλοιωθεί … δεν είχε χαθεί. Η ανάμνηση του πατέρα της δεν είχε αλλοιωθεί … δεν είχε χαθεί. Όμως τα πρόσωπα τα ίδια είχαν χαθεί. Ο Έντουαρντ είχε χαθεί. Ο πατέρας της είχε χαθεί. Για τον Έντουαρντ δεν το ήξερε. Όχι ακόμα. Σύντομα όμως θα συνειδητοποιούσε ότι έχει χάσει την αγάπη της. Θέλοντας να τιμήσει τον πατέρα της, επισκέφτηκε το νεκροταφείο της γειτονιάς. Αφού πέρασε λίγη ώρα μέχρι να βρει τον τάφο, τον καθάρισε και τον στόλισε με λουλούδια. Κατά την έξοδο από το νεκροταφείο το είδε. Έντουαρντ Σμιθ. Πέθανε από μια ψυχική ασθένεια έναν χρόνο πριν έρθει η Ολίβια. Ξέσπασε σε λυγμούς μπροστά στον στολισμένο με λουλούδια τάφο και τον αγκάλιασε. Όχι τον τάφο, αλλά τον Έντουαρντ. Ένιωθε την παρουσία του εκεί … δίπλα της. Σαν να μην είχε χαθεί. Όλα είχαν χαθεί. Οι αναμνήσεις όμως και η αγάπη που ένιωθε όχι. Άραγε συνεχίζει να υπάρχει η αγάπη, όταν τη νιώθει μόνο ο ένας;
101