Η ώρα πέρασε γρήγορα και τα παιδιά δεν κατάλαβαν πότε πήγε έντεκα και μισή. Κανονικά θα έπαιρναν τον δρόμο για τον γυρισμό, αλλά ήθελαν απεγνωσμένα να επισκεφτούν τον Πύργο του Άιφελ, με σκοπό να απολαύσουν για έναν ακόμα χρόνο τον στολισμό του. Βέβαια, ο κυριότερος λόγος για τον οποίο ο Έντουαρντ επέμενε ήταν επειδή ήθελε να εξομολογηθεί στην Ολίβια τη βαθιά αγάπη που ένιωθε γι’ αυτήν τα τελευταία χρόνια. Βλέπετε, από παιδιά γνωρίζονταν και ο Έντουαρντ δεν ήξερε τι σημαίνει ζωή χωρίς την Ολίβια στο πλευρό του. Ήταν πάντα δίπλα του … παρούσα σε όλες τις επιτυχίες αλλά και τις αποτυχίες του κι εκείνος το εκτιμούσε απεριόριστα. Κάποιος θα τους περιέγραφε και ως συνεταίρους της ζωής. Ο ένας ήταν η σωτηρία του άλλου. Το είχε πάρει απόφαση. Θα της το έλεγε. Τώρα με τις γιορτές ήταν η τέλεια στιγμή. Και τώρα βρισκόταν εδώ. Μέσα στον χιονιά, με την μύτη του κοκκαλωμένη από το κρύο και τα μάγουλά του ροδαλά από το ψύχος γύρω τους, αλλά και από την αγωνία που τον κατέκλυζε. Όλο του το σώμα έτρεμε. Όχι από κρύο, μα από ένταση, φόβο … και … Κάθε ίχνος αμφιβολίας εξαφανίστηκε, καθώς χάθηκε μέσα στην ομορφιά των μελί ματιών της. Η Ολίβια από την πλευρά της βρισκόταν σε σύγχυση, δεν τον είχε ξαναδεί έτσι … τόσο ευάλωτο και χαμένο. Σήκωσε τα χέρια της και του χάιδεψε τα μάγουλα απαλά για να του δείξει ότι ήταν μαζί του, ό, τι και αν τον αναστάτωνε εκείνη την τρυφερή στιγμή. Ο Έντουαρντ είχε χάσει τη μιλιά του και έτσι έσκυψε προς το μέρος της και βρήκε τα χείλη της σε ένα απαλό φιλί γεμάτο κατανόηση. Μία πράξη, χίλιες λέξεις. Μετά από εκείνη τη βραδιά όλα άλλαξαν και οι ζωές των δύο νέων απέκτησαν χρώμα. Έχοντας ο ένας τον άλλο, η ζωή τούς φαινόταν πιο εύκολη και τα αδύνατα δυνατά. Μόνο και μόνο επειδή είχαν ο ένας τον άλλο. Τόσο σημαντική ήταν η σχέση τους γι’ αυτούς. Τα χρόνια που πέρασαν φάνταζαν ένα άπιαστο όνειρο … ένα παραμύθι, που όμως ζούσαν μέσα σε αυτό. Όλα ήταν τέλεια. Έκαναν όνειρα για το μέλλον τους … έφτιαχναν την τέλεια ζωή τους. Όμως όλοι ξέρουμε πως τα τέλεια δεν κρατάνε για πάντα … Το χιόνι έπεφτε απαλά στις στέγες των σπιτιών, αφήνοντας πίσω του τον παγετό κι ένα αίσθημα μοναξιάς στις καρδιές των κατοίκων της χιονισμένης Γαλλίας. Οι δρόμοι ήταν πλέον άδειοι, μοναχικοί, μίζεροι … Κάποτε αυτοί οι δρόμοι ήταν το στολίδι της γειτονιάς. Το στολίδι που με περηφάνια κουβαλούσε το πνεύμα των Χριστουγέννων. Τώρα, ούτε το χιόνι δεν μπορούσε να το αγκαλιάσει … να ενωθεί μαζί του όπως παλιά … όπως τότε. Τότε που όλα ήταν ήρεμα … ήσυχα … ενωμένα. Τα μόνα χριστουγεννιάτικα τραγούδια που μπόρεσαν να ακούσουν οι κάτοικοι ήταν η μελωδία της σειρήνας του πολέμου. Τα μόνα βεγγαλικά που μπόρεσαν να θαυμάσουν οι κάτοικοι ήταν η λάμψη που έφερναν οι βόμβες, όταν ερχόντουσαν σε επαφή με το έδαφος. Είναι γνωστό πως, λίγο πριν φύγει ο παλιός ο χρόνος, παίρνει μαζί του συντρόφους, για να του κρατάνε συντροφιά σε αυτά τα μοναχικά χρόνια. Αυτό όμως δεν στάθηκε εμπόδιο στην επικοινωνία των νέων. Όταν κάποιος θέλει, βρίσκει λύσεις. Έτσι, οι δύο αντάλλασσαν γράμματα, μέσα στα οποία αναφέρονταν στην αγάπη τους, στα σχέδια που είχαν κάνει για το τι θα έκαναν μετά το τέλος του πολέμου και το σπουδαιότερο … τη βαθιά τους επιθυμία να γίνουν όλα όπως τότε … Το χιόνι ήταν ο σύντροφος των παιδιών. Το στήριγμά τους. Βοηθούσε τα παιδιά να
100