«Η Μάρω, η Κάλω και τα καλικαντζάρια» | Page 13

Παίρνει η Μάρω τα προικιά και το σακούλι και ξεκινάει για το σπίτι. Φτάνει στο σπίτι και μόλις τη βλέπει η μητριά της απόμεινε. Σαν είδε τα προικιά ζήλεψε πολύ. Ανοίγει η Μάρω το σακούλι και τι να δει; Φλουριά ολόχρυσα, γεμάτο μέχρι απάνω! Η μητριά κόντεψε να σκάσει απ' το κακό της. Το άλλο βράδυ αποφάσισε να στείλει και τη δική της την κόρη στο μύλο για να της δώσουν κι αυτηνής οι καλικάντζαροι φουστάνια, παπούτσια και φλουριά. Μάταια η Μάρω την παρακάλαγε να μην στείλει την αδερφή της νυχτιάτικα στο μύλο. Ήρθε τ' άλλο βράδυ, φορτώνει την Κάλω μ' ένα τσουβάλι σιτάρι και τη στέλνει κι αυτή στο μύλο. Φτάνει η Κάλω στο μύλο νύχτα. Διώχνει τον μυλωνά άρον-άρον και ρίχνει στο μύλο το σιτάρι για τ' 13