«Η Μάρω, η Κάλω και τα καλικαντζάρια» | Page 12

ζήτησε η Μάρω. Ψάχνουν από δω, ψάχνουν από κει, γυρίζουν τον τόπο όλον, αλλά πουθενά να βρουν βελόνα με δυο τρύπες... Περνούσε όμως η ώρα και... Κικιρίκουουου! κι ο τρίτος πετεινός. -Πω, πω! ξημέρωσε, είπαν οι καλικάντζαροι, και πρέπει να φύγουμε. Όλο το βράδυ δεν φάγαμε τίποτα... Κι έχουμε μια πείνα! -Δεν πειράζει, να, πάρτε το αλεύρι μου να φτιάξετε ψωμί να φάτε, τους λέει η Μάρω που τους λυπήθηκε γιατί ήταν καλόκαρδη και πονόψυχη. Τα καλικαντζάρια την κοίταξαν με τα μεγάλα, πονηρά τους ματάκια και της είπαν: -Καλά, πάρε κι εσύ το δικό μας σακούλι και μην το ανοίξεις πριν φτάσεις στο σπίτι σου. Της άφησαν ένα μεγάλο σακούλι και χώθηκαν πάλι γρήγορα-γρήγορα μέσα στις τρύπες τους, επειδή είχε ήδη ξημερώσει. 12