ζήτησε η Μάρω. Ψάχνουν από δω, ψάχνουν από
κει, γυρίζουν τον τόπο όλον, αλλά πουθενά να
βρουν βελόνα με δυο τρύπες...
Περνούσε όμως η ώρα και...
Κικιρίκουουου! κι ο τρίτος πετεινός.
-Πω, πω! ξημέρωσε, είπαν οι καλικάντζαροι, και
πρέπει να φύγουμε. Όλο το βράδυ δεν φάγαμε τίποτα... Κι έχουμε μια πείνα!
-Δεν πειράζει, να, πάρτε το αλεύρι μου να φτιάξετε
ψωμί να φάτε, τους λέει η Μάρω που τους λυπήθηκε γιατί ήταν καλόκαρδη και πονόψυχη.
Τα καλικαντζάρια την κοίταξαν με τα μεγάλα, πονηρά τους ματάκια και της είπαν:
-Καλά, πάρε κι εσύ το δικό μας σακούλι και μην το
ανοίξεις πριν φτάσεις στο σπίτι σου.
Της άφησαν ένα μεγάλο σακούλι και χώθηκαν πάλι
γρήγορα-γρήγορα μέσα στις τρύπες τους, επειδή
είχε ήδη ξημερώσει.
12