25
Από την Ροδ’ ανθη ®
�
“ Δεν μπορώ άλλο να υποφέρω την ασθένειά μου”
Ήταν κάποτε ένας άνθρωπος ο οποίος βασανιζόταν από μια ανίατη, για εκείνη την εποχή, αρρώστια και υπέφερε από φρικτούς πόνους. Χάνοντας κάποτε την υπομονή του, παρεκάλεσε τον Θεό να τον πάρει από την ζωή, γιατί δεν μπορούσε άλλο να υποφέρει. Παρ’ όλο που ήταν ευσεβής, λύγισε … Του παρουσιάσθηκε τότε ένας άγγελος και του είπε:- Δοκιμάζεσαι με βάσανα στη γη, για να καθαρισθείς, όπως καθαρίζεται το χρυσάφι μέσα στη φωτιά, και να λάμψεις ως ο ήλιος. Πρέπει λοιπόν να δοκιμαστείς άλλον ένα χρόνο. Σε ρωτώ: Τι προτιμάς; Έναν χρόνο βάσανα και πόνους ή τρεις ώρες στην κόλαση, για να δεις πού πηγαίνουν οι αμετανόητοι αμαρτωλοί και πώς θα βασανίζονται στους αιώνες;
Ο άρρωστος παππούς σκέφτηκε:« Ένας ακόμη χρόνος με βάσανα και πόνους φρικτούς εδώ στο κρεβάτι … ω! είναι πάρα πολύς! Καλύτερα να κάνω υπομονή τρεις ώρες έστω και μέσα στην κόλαση …». Απάντησε λοιπόν στον άγγελο ότι δέχεται τις τρεις ώρες έστω και μέσα στην κόλαση. Ο άγγελος ευθύς αμέσως τον πήρε και τον μετέφερε στον Άδη … Απομακρυνόμενος ο Άγγελος του είπε:-Μετά από τρεις ώρες θα επιστρέψω. Παντού επικρατούσε σκοτάδι και ένας απέραντος πόνος … Πουθενά φως, πουθενά λίγες λέξεις παρηγοριάς. Το παντοτινό σκοτάδι που κυριαρχούσε εκεί, το στρίμωγμα, οι πονεμένες ψυχές των κολασμένων πού έφταναν στα αφτιά του και η άγρια όψις τους, η δυστυχία... Παντού έβλεπε και άκουγε βάσανα... αντίκρυζε το φόβο και την φρίκη της κολάσεως. Μόνο τα φλογισμένα μάτια των δαιμόνων φαίνονταν στο σκοτάδι, που ήταν έτοιμοι να τον κατασπαράξουν.
Άρχισε να τρέμει και να φωνάζει ο ταλαίπωρος, αλλά στις φωνές απαντούσε μόνο η άβυσσος. Αλλά νά, που η γλυκειά λάμψη του αγγέλου φάνηκε στην άβυσσο. Με παραδεισένιο χαμόγελο στάθηκε πάνω από τον βασανισμένο και τον ρώτησε:-Πώς είσαι άνθρωπε;-Δεν πίστευα ότι και στους αγγέλους μπορούσε να υπάρξει ψεύδος! ψιθύρισε …-Τι θα πει αυτό; ρώτησε ο άγγελος.
25
-Υποσχέθηκες να με πάρεις από‘ δω μετά από τρεις ώρες και από τότε χιλιάδες χρόνια, αιώνες φαίνεται πως πέρασαν με αφόρητα βάσανα. Δεν με λυπήθηκες καθόλου … Μου είπες ψέματα …
- Ευλογημένε, τι χρόνια, τι αιώνες; είπε έκπληκτος ο άγγελος.
Μόνο μία ώρα έχει περάσει και πρέπει να μείνεις ακόμα εδώ δύο ώρες. Έτσι δεν διάλεξες;
-Πώς;; δύο ώρες; Όχι δεν μπορώ να αντέξω άλλο … Σε παρακαλώ πάρε με από’ δω... Χίλιες φορές τα βάσανα στη γη, τόσα κι άλλα τόσα και όχι μόνο για ένα χρόνο, αλλά για όσο ζήσω ακόμα. Μόνο πάρε με από την φρίκη της κολάσεως.. λυπήσου με..
-Καλά, απάντησε ο Άγγελος. Ο φιλάνθρωπος Θεός θα σε ελεήσει και μη γογγύσεις ποτέ από τώρα και στο εξής …
Και με τα λόγια αυτά τον άρπαξε και βρέθηκε αμέσως στο κρεβάτι του, δοξάζοντας και ευχαριστώντας τον Θεό για τις αρρώστιες του, μέχρι την ημέρα που εκοιμήθη. �
Πηγή: Παϊσίου Γερ. Αγιορείτου, Ο Γέρων Χατζη-Γιώργης ο Αθωνίτης, 1986, σελ. 29-32.