ΕΘΝΙΚΕΣ ΚΑΙ ΕΥΡΩΠΑΪΚΕΣ ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ ΕΘΝΙΚΕΣ ΚΑΙ ΕΥΡΩΠΑΪΚΕΣ ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ | Página 68

ΕΘΝΙΚΈΣ ΚΑΙ ΕΥΡΩΠΑΪΚΈΣ ΠΟΛΙΤΙΚΈΣ
Παρατηρείται δηλαδή το φαινόμενο της διάχυσης του ιδεώδους της ισότητας των φύλων σε τομείς οι οποίοι δεν συνδέονται αναγκαστικά και άμεσα με την οικονομική διάσταση και την αγορά εργασίας, όπου καταγράφονται οι πρώτες ρυθμίσεις της ευρωπαϊκής νομοθεσίας, οι οποίες στη συνέχεια εισήχθησαν στην έννομη τάξη των κρατών μελών και βεβαίως στην ελληνική. Έννοια-κλειδί αναδείχθηκε η διάκριση λόγω φύλου, η οποία χρησιμοποιήθηκε για να αποτελέσει βάση διορθωτικών πολιτικών και άρσης ανισοτήτων. Έτσι χρησιμοποιήθηκε π. χ. ως βάση για να υπάρξει Οδηγία για τη σεξουαλική παρενόχληση στους χώρους εργασίας, εφόσον θεωρήθηκε ότι μία τέτοια συμπεριφορά αποτελεί δυσμενή διακριτική μεταχείριση της εργαζόμενης γυναίκας λόγω του φύλου της και καθιστά μειονεκτική τη θέση της.
Το κοινοτικό αυτό κεκτημένο είναι ισχυρό στο βαθμό που παρότι η Ευρωπαϊκή Ένωση δεν προχώρησε τελικά σε Οδηγία για την καταπολέμηση των άλλων σοβαρών μορφών βίας, προχώρησε σε άλλες πολιτικές και μέτρα για την αντιμετώπισή της( βλ. και στο Κεφάλαιο ΙΙΙ: « Μορφές Βίας κατά των Γυναικών και Πολιτικές για την Αντιμετώπισή τους »).
Σημαντική καμπή για αυτήν τη διεύρυνση των τομέων άσκησης των πολιτικών ισότητας υπήρξε η ενσωμάτωση της διάστασης του φύλου οριζόντια σε όλες τις πολιτικές( gender mainstreaming), με πτυχές της οποίας ασχοληθήκαμε διεξοδικά στα προηγούμενα Κεφάλαια. Στο σημείο αυτό θα θέλαμε να συνοψίσουμε τα κυριότερα σημεία της δημόσιας συζήτησης σχετικά με τον ρόλο αυτού του εργαλείου πολιτικής:
Ι. Μια πρώτη σειρά επιχειρημάτων περιστρέφεται γύρω από τις δυσκολίες εφαρμογής του gender mainstreaming, αφού « προϋποθέτει αλλαγές και προσαρμογές σε πολλά και διαφορετικά επίπεδα διακυβέρνησης, στις οποίες εμπλέκονται πολλαπλοί παράγοντες »( Παντελίδου Μαλούτα, 2007: 24, Verloo, 2002). Όπως σημειώνει η Στρατηγάκη( 2006: 285), « ο οριζόντιος χαρακτήρας του εργαλείου και η ανάγκη συνεργασίας πολλών φορέων άσκησης πολιτικής δημιούργησαν προβλήματα στην εφαρμογή, ακόμη και στις λίγες περιπτώσεις που υπήρξε σχετική δέσμευση. Οι κίνδυνοι προέρχονταν κυρίως από τα συνήθη γραφειοκρατικά εμπόδια και τον ανδροκρατικό τρόπο λειτουργίας των δημόσιων φορέων, οι οποίοι « ήταν μεγαλύτεροι στην Ελλάδα από ό, τι σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες με ισχυρότερη παράδοση στις πολιτικές ισότητας των φύλων ».
ΙΙ. Παρά τα προβλήματα που αναφέρθηκαν παραπάνω, το εργαλείο του gender mainstreaming επέτρεψε τη διείσδυση της οπτικής του φύλου και σε τομείς στους οποίους μέχρι τότε δεν υπήρχαν εξειδικευμένα μέτρα για την ισότητα των φύλων. Κύριο παράδειγμα αυτής της θετικής εξέλιξης θεωρείται το Γ΄ Κοινοτικό Πλαίσιο Στήριξης( ΚΠΣ), όπου για πρώτη φορά σχεδιάστηκαν δράσεις και μέτρα για την ισότητα των φύλων σε τομείς όπως: η ανταγωνιστικότητα, η έρευνα, η εκπαίδευση, η κοινωνία της πληροφορίας, η απασχόληση και η επαγγελματική κατάρτιση.
ΙΙΙ. Η σύγκρουση της λογικής που ενδεχομένως εξέφραζε η πολιτική του gender mainstraming με τις πολιτικές των θετικών δράσεων( Στρατηγάκη, 2005: 165-186), αντιμετωπίστηκε με τον σχεδιασμό των ευρωπαϊκών πολιτικών ισότητας σύμφωνα με τη διπλή στρατηγική για την ισότητα, η οποία περιλαμβάνει την οριζόντια ένταξη της διάστασης της ισότητας στο σύνολο των μέτρων και παράλληλα τον σχεδιασμό εξειδικευμένων μέτρων, που απευθύνονται μόνο σε γυναίκες καλύπτοντας όλους τους επί μέρους στόχους. Το Γ΄ ΚΠΣ το 1999 αποτέλεσε μια μεγάλη πρόσκληση για την Ελληνική Δημόσια Διοίκηση, αφού θα έπρεπε να σχεδιάσει και να υλοποιήσει Ολοκληρωμένες Παρεμβάσεις Υπέρ των Γυναικών στο πλαίσιο των 24 Επιχειρησιακών Προγραμμάτων του Γ΄ ΚΠΣ στην εκπαίδευση, την αγορά εργασίας, την υγεία, την πρόνοια, την επιχειρηματικότητα, την έρευνα και την τεχνολογία.
68