Διαδραστικό Βιβλίο Υλικού Ορθόδοξης Κατασκήνωσης Καλύμνου 2018 Διαδραστικό Βιβλίο υλικού κατασκήνωσης2- 2018 | Page 113

Σελίδα 113 από 138 ΠΕΝΤΑΛΕΠΤΑ ΣΙΩΠΗΣ ΓΕΥΜΑΤΟΣ Πεντάλεπτα Γεύματος - 1 - Βίβια Περπέτουα Βρισκόμαστε στην Καρχηδόνα το έτος 203 μ. Χ. Η Βίβια Περπέτουα, από αρχοντική οικογένεια, μορφωμένη, είχε κάνει ένα καλό γάμο σε πολύ νεαρή ηλικία. Ήταν μητέρα ενός μικρού αγοριού. Στην εποχή, που θα παρακολουθήσουμε το μαρτύριο της, ήταν περίπου 22 ετών. Οι γονείς της ζούσαν, καθώς και τα δύο της αδέλφια. Ο ένας από αυτούς, όπως και η Περπέτουα, εκείνο τον καιρό, ήταν κατηχούμενος. Η ίδια πιό κάτω διηγείται όλη την ιστορία του μαρτυρίου της: -Βρισκόμουνα μαζί και με άλλους κατηχούμενους στο Θουμπούρμπο, όταν ήρθε ο πατέρας μου να με δει. Προσπάθησε με κάθε τρόπο να μου κλονίσει την πίστη μου. Όταν είδε ότι εγώ ήμουν σταθερή εξαγριώθηκε. Χίμηξε επάνω μου. Κι’ ύστερα έφυγε γεμάτος θυμό. Πέρασαν αρκετές μέρες και δεν ξαναήρθε. Ευχαριστούσα το Θεό, γιατί αυτή η απουσία μου ήταν μία ανακούφιση. Ακριβώς μέσα σ’ αυτό το διάστημα δεχθήκαμε το άγιο Βάπτισμα. Το άγιο Πνεύμα μου έβαλε τη σκέψη εκείνη την ώρα του μυστηρίου να ζητήσω τη δύναμη, για να αντέξω σε ό,τι στη συνέχεια θα είχα ν’ αντιμετωπίσω. Ύστερα από λίγες μέρες μας μετέφεραν στις φυλακές της Καρχηδόνος. Τρόμαξα. Δεν είχα ποτέ βρεθεί σε τέτοια σκοτάδια. Η ατμόσφαιρα αποπνικτική. Οι στρατιώτες έπαιρναν ό,τι χρήματα έβρισκαν πάνω μας. Kι’ υστέρα με κατέτρωγε η ανησυχία για το παιδί μου, που ήταν ακόμη πολύ μικρό και με είχε ανάγκη, γιατί θήλαζε. Τότε ο Τέρτιος και ο Πομπόνιος, δύο αφοσιωμένοι διάκονοι που φρόντιζαν για μας, ύστερα από πολλά, πέτυχαν να μας μεταφέρουν σ’ ένα τόπο της φυλακής πιο υποφερτό. Εκεί μπόρεσα λίγο να περιποιηθώ το μωρό μου. Το πόσο ανησυχούσα γι’ αυτό το παιδί, το είπα στη μητέρα μου. Για λίγο ανέθεσα τη φροντίδα του στον αδελφό μου. Αλλά και αυτό δεν με ανέπαυε. Στο τέλος κατέληξα να το πάρω μαζί μου στη φυλακή. Αμέσως τότε το είδα να συνέρχεται και αυτό με ανακούφισε. Μου φάνηκε τότε και η φυλακή ένα λαμπρό παλάτι. Ύστερα από μερικές μέρες κυκλοφόρησε η είδηση πως θα πάμε για ανάκριση. Ο πατέρας μου γεμάτος πόνο κατέφθασε Προσπάθησε και πάλι να με πείσει ν’ αλλάξω τη πίστη μου. «Λυπήσου, κόρη μου, τα γερατειά μου, μου είπε. Αν ακόμη μου αξίζει να με λες πατέρα, λυπήσου με. Σ’ ανάθρεψα με τα χέρια μου. Σ’ αγαπούσα περισσότερο από όλα τα άλλα παιδιά, Μη με κάνεις τώρα περίγελο του κόσμου. Σκέψου τ’ αδέρφια σου, τη μητέρα σου, το παιδί σου, που δεν θα μπορέσει, αν του λείψεις, να ζήσει. Έλα στα λογικά σου και μη θέλεις να διαλύσεις την οικογένειά σου».