Αρχαία Ελληνικά Β΄ Λυκείου : « Το άγνωστο κείμενο »
Λεξιλόγιο
νεωτερίζω : επιχειρώ μεταβολές , καινοτομώ , εδώ : προκαλώ αναστάτωση / εὐδοκιμέω-ῶ : πετυχαίνω , προοδεύω , έχω καλή φήμη / φιλοσοφέω-ῶ : ( αμτβ .) αγαπώ τη σοφία , σπουδάζω , φιλοσοφώ , (+ αιτ .) διερευνώ κάτι / δέδοικα ή δέδια : φοβάμαι / μικρόν ἀπολιποῦσαν : λίγο έλειψε να / προσάγομαί τινα : προσεταιρίζομαι , παίρνω κάποιον με το μέρος μου / καταστρέφομαί τινα ή τι : ( μέσο ) υποτάσσω , παίρνω με το μέρος μου ( παθ .): υποτάσσομαι / στρατήγημα : πράξη στρατηγού , ιδίως πράξη στρατηγικής ευφυίας , στρατηγικό τέχνασμα / ἑλεῖν : απρμ . αορ . β΄ του ρήματος αἱρέω-ῶ : ( για έμψυχα ) συλλαμβάνω , ( για άψυχα ) κυριεύω
59