Αρχαία Ελληνικά Β΄ Λυκείου : « Το άγνωστο κείμενο »
μετανίστημι = μετακινώ κάποιον από τη χώρα του . μετανίσταμαι = μετοικώ , μεταναστεύω . μεταπείθω = μεταβάλλω την πεποίθηση κάποιου . μεταπέμπω = προσκαλώ , ανακαλώ μεταπέμπομαι = στέλνω και προσκαλώ . μέτειμι (< μετά + εἰμί ) = είμαι μεταξύ . μέτεστί τινί τινος = κάποιος μετέχει σε κάτι . μετέρχομαι = καταδιώκω , επιδιώκω , εκδικούμαι . μετέωρος = ο υψούμενος πάνω από το έδαφος . μετοικέω-ῶ = αλλάζω κατοικία , είμαι μέτοικος . μετοίκησις = αλλαγή κατοικίας . μετοικίζω = οδηγώ κάποιον σε άλλο τόπο . μετουσία ( μέτεστι ) = συμμετοχή . μηδαμῇ = πουθενά , καθόλου , με κανέναν τρόπο μηδαμόθεν = από πουθενά μηδαμοῦ = πουθενά μηδαμῶς = καθόλου , με κανέναν τρόπο μηδέποτε = ουδέποτε . μηκύνω = εκτείνω , παρατείνω . μηνύω = φανερώνω , προδίδω , καταγγέλλω . μητρόπολις = η πόλη που ίδρυσε την αποικία . μεῖον ἔχω τι = μειονεκτώ σε κάτι . περί ἐλάττονος ποιοῦμαι = θεωρώ μικρότερης αξίας . μιμνῄσκω = υπενθυμίζω μιμνῄσκομαι = θυμάμαι , κάνω μνεία . μισθοφορέω-ῶ = λαμβάνω μισθό , υπηρετώ έναντι μισθού . μισθοφόρος = μισθωτός . ἐλλιπής μνήμης γίγνομαι = λησμονώ . μνημονεύω = θυμάμαι . μόρα ( μείρομαι ) = σπαρτιατικό στρατιωτικό τμήμα 400 ανδρών , τάγμα . μορία ( εννοείται ἐλαία ) = ιερή ελιά . μῦθος = λόγος , συμβουλή , διήγημα . μύριοι = δέκα χιλιάδες μυρίοι = αμέτρητοι . μωρία = ανοησία . μωρός & μῶρος = ανόητος .
νυκληρέω-ῶ = είμαι ιδιοκτήτης ή κυβερνήτης πλοίου . νυκρατέω-ῶ = είμαι κύριος στη θάλασσα με τον στόλο μου . νυμαχέω-ῶ = συνάπτω ναυμαχία . ναυπηγέω-ῶ = κατασκευάζω πλοία .
388