Αρχαία Ελληνικά Β΄ Λυκείου «Το άγνωστο κείμενο» | Page 366

Αρχαία Ελληνικά Β΄ Λυκείου : « Το άγνωστο κείμενο »
εἰσάγω = οδηγώ μέσα . εἰσβαίνω = επιβιβάζομαι . εἰσβολή = εισβολή , επίθεση , δίοδος . εἰσπίπτω = πέφτω μέσα , εισορμώ . εἰσφέρω = φέρνω μέσα , συνεισφέρω , προτείνω . εἴσω = μέσα . εἶτα = έπειτα . ἑκάς = μακριά . ἐκβαίνω = εξέρχομαι , αποβαίνω . ἐκβάλλω = εξορίζω , εκδιώκω . ἔκβασις = απόβαση , αποβίβαση , αποτέλεσμα . ἐκβολή = εκδίωξη , έξοδος . ἐκδιώκω = εξορίζω . ἐκλείπω = εγκαταλείπω , παραλείπω . ἐκλογίζομαι = σκέπτομαι , λογαριάζω . ἐκπέμπω = εξαποστέλλω . ἔκπεμψις = αποστολή . ἐκπίπτω = εξορίζομαι , διώχνομαι . ἔκπληξις = κατάπληξη , φόβος . ἐκπλήττω = φοβίζω , κτυπώ ἐκπλήττομαι = σαστίζω . ἐκποδών γίγνομαι = παραμερίζομαι ἐκποδών ποιοῦμαί τινα = βγάζω κάποιον από τη μέση . ἔκσπονδος = ο αποκλεισμένος από τις σπουδές . ἐκφαίνω = αποκαλύπτω , φανερώνω . ἐκφαίνω πόλεμον = κηρύττω πόλεμο . ἐκφέρω πόλεμον = κηρύττω ή επιχειρώ πόλεμο . ἐκφέρομαι δόξαν = αποκτώ φήμη . ἑκών , ἑκοῦσα , ἑκόν = θεληματικά . ἐλπίζω = αναμένω , ελπίζω . ἐμβάλλω = εισβάλλω , συγκρούομαι . ἐμβολή = εισβολή , επιδρομή , έφοδος . ἐμμένω = μένω σταθερός σε κάτι . ἐμπίπτω = επιτίθεμαι , εισορμώ . ἐμποδών (< ἐν ποσίν ὤν ) = εμπόδιο . ἐμποδών γίγνομαι = εμποδίζω . ἐνάγω = παρακινώ , ενάγω σε δικαστήριο . ἐναντίος = ο απέναντι αντίθετος , αντίπαλος . ἐναργής ( ἐν-ἀργός ) = φανερός , σαφής . ἐνδεής = στερούμενος .
375