Αρχαία Ελληνικά Β΄ Λυκείου : « Το άγνωστο κείμενο »
δυσκλεής = άδοξος . δύσκλεια = κακή φήμη . δύσνους = εχθρικός . δυσπραξία = αποτυχία , ατυχία , κακοτυχία . δυστυχέω – ῶ = υφίσταμαι ατυχίες . δωροδοκέω – ῶ = δέχομαι δώρα , δωροδοκούμαι . δωροδόκος = δωροδοκούμενος .
ἔαρ & ἦρ , γενική ἦρος = άνοιξη . ἐάω -ῶ = αφήνω , επιτρέπω , παραλείπω . ἐγγίγνομαι = γεννιέμαι , είμαι έμφυτος . ἐγγυτέρω , ἐγγύτατα = κοντά , περίπου . ἐγείρω = σηκώνω , εξεγείρω . ἐγκαλέω -ῶ = κατηγορώ ἐγκαλῶ τινί τι = καταγγέλλω κάποιον για κάτι . ἔγκλημα = κατηγορία , έγκλημα . ἐγκρατής = ισχυρός , κυρίαρχος , εγκρατής . ἐγχειρίζω = παραδίδω , εμπιστεύομαι . ἐγχωρεῖ = επιτρέπεται , είναι δυνατόν . ἐθίζω = συνηθίζω κάποιον να κάνει κάτι . ἔθος = συνήθεια , έθιμο . εἰκῇ = άσκοπα , τυχαία . τά ὄντα (< εἰμί ) = τα υπάρχοντα , η περιουσία . εἰμί ἔν τινι = ασχολούμαι σε κάτι ἔν τινί ἐστι = από κάποιον εξαρτάται εἰμί ὑπό τινι & ἐπί τινι = είμαι στην εξουσία κάποιου . ἔστιν ὅστις = κάποιος οὐκ ἔστιν ὅστις = κανένας οὐκ ἔστιν ὅστις οὐ = καθένας , πάς . ἔστιν ὅτε = κάποτε οὐκ ἔστιν ὅτε = ουδέποτε οὐκ ἔστιν ὅτε οὐ = πάντοτε . ἔστιν ὅπως = κάπως οὐκ ἔστιν ὅπως = με κανέναν τρόπο οὐκ ἔστιν ὅπως οὐ = ασφαλώς . ἔστιν ὅπου = κάπου οὐκ ἔστιν ὅπου = πουθενά οὐκ ἔστιν ὅπου οὐ = παντού . εἶμι = έρχομαι , πηγαίνω . εἴργνυμι & εἰργνύω & εἴργω = εμποδίζω την έξοδο , αποκλείω , φυλακίζω . εἰρήνη = ειρήνη εἰρήνην ἄγω ( ἔχω ) = διάγω ειρηνικά εἰρήνην συντίθεμαι = συνάπτω ειρήνη παντελής εἰρήνη ἡμῖν γίγνεται = επικρατεί πλήρης εσωτερική ειρήνη . εἰσαγγέλλω = καταγγέλλω , αναγγέλλω εἰσαγγέλλω τινί τι = αναγγέλλω σε κάποιον κάτι .
374