Αρχαία Ελληνικά Β΄ Λυκείου «Το άγνωστο κείμενο» | Page 335

Αρχαία Ελληνικά Β΄ Λυκείου : « Το άγνωστο κείμενο »
26 . Ἀφικνέομαι-οῦμαι : φθάνω Ἀφικνοῦμαι , ἀφικνούμην , ἀφίξομαι , ἀφικόμην , ἀφῖγμαι , ἀφίγμην
27 . Ἄχθομαι : στεναχωρούμαι , αγανακτώ Ἄχθομαι , ἠχθόμην , ἀχθέσομαι , ἀχθεσθήσομαι , ἠχθέσθην
28 . Βαίνω : βαδίζω , προχωρώ Βαίνω , ἔβαινον , βήσομαι , ἔβην , βέβηκα , ἐβεβήκειν
29 . Βάλλω : ρίχνω από μακτυά , χτυπώ , καταβάλλω
Βάλλω , ἔβαλλον , βαλῶ , ἔβαλον , βέβληκα , ἐβεβλήκειν – βάλλομαι , ἐβαλλόμην , βαλοῦμαι , βληθήσομαι , ἐβαλόμην , ἐβλήθην , βέβλημαι , ἐβεβλήμην
30 . Βιβάζω : διαβιβάζω , φέρω
Βιβάζω , ἐβίβαζον , βιβῶ ( σε – αω ), ἐβίβασα – βιβάζομαι , ἐβιβαζόμην , βιβῶμαι ( σε – αω ), ἐβιβασάμην , ἐβιβάσθην , βεβίβασμαι , ἐβεβιβάσμην
31 . Βιόω-ῶ : ζω
Βιῶ , ἐβίουν , βιώσομαι , ἐβίων , βεβίωκα , ἐβεβιώκειν – βιοῦμαι , ἐβιούμην , βιωθήσομαι , πρκ . βεβίωμαι
32 . Βλάπτω : βλάπτω , καταστρέφω
Βλάπτω , ἔβλαπτον , βλάψω , ἔβλαψα , βέβλαφα , ἐβεβλάφειν – βλάπτομαι , ἐβλαπτόμην , βλάψομαι , βλαβήσομαι , ἐβλάφθην καὶ ἐβλάβην , βέβλαμμαι , ἐβεβλάμμην
33 . βοηθέω-ῶ : βοηθώ ( σχηματίζεται ομαλά )
34 . βουλεύω : είμαι βουλευτής , βουλεύομαι : σκέφτομαι , σχεδιάζω , κρίνω ( σχηματίζεται ομαλά )
35 . βούλομαι : θέλω , επιθυμώ
βούλομαι , ἐβουλόμην καὶ ἠβουλόμην , βουλήσομαι , βουληθήσομαι , ἐβουλήθην καὶ ἠβουλήθην , βεβούλημαι , ἐβεβουλήμην
343