Αρχαία Ελληνικά Β΄ Λυκείου «Το άγνωστο κείμενο» | Page 334

Αρχαία Ελληνικά Β΄ Λυκείου : « Το άγνωστο κείμενο »
18 . Ἀμύνω : απομακρύνω κάτι κακώ , υπερασπίζω , εκδικούμαι
Ἀμύνω , ἤμυνον , ἀμυνῶ , ἤμυνα - ἀμύνομαι ( ὑπερασπίζομαι , ἐκδικούμαι ), ἠμυνόμην , ἀμυνοῦμαι , ἠμυνάμην
19 . Ἀμφιέννυμι : ντύνω
Ἀμφιέννυμι , ἠμφιέννυν , ἀμφιῶ , ἠμφίεσα – ἀμφιέννυμαι , ἠμφιεννύμην , ἀμφιέσομαι , ἠμφιεσάμην , ἠμφίεσμαι , ἠμφιέσμην
20 . Ἀμφισβητέω-ῶ : δε συμφωνώ
Ἀμφισβητῶ , ἠμφεσβήτουν , ἀμφισβητήσω , ἠμφεσβήτησα , ἠμφεσβήτηκα , ἠμφεσβητήκειν – ἀμφισβητοῦμαι , μεσ . μελλ . ἀμφισβητήσομαι , ἠμφεσβητήθην
21 . Ἀναλίσκω καὶ ἀναλόω-ῶ : δαπανώ , ξοδεύω
Ἀναλίσκω καὶ ἀναλῶ , ἀνήλισκον καὶ ἀνήλουν , ἀναλώσω , ἀνήλωσα , ἀνήλωκα , ἀνηλώκειν – ἀναλίσκομαι καὶ ἀναλοῦμαι , ἀνηλισκόμην καὶ ἀνηλούμην , ἀναλωθήσομαι , ἀνηλώθην , ἀνήλωμαι , ἀνηλώμην
22 . Ἀπορέω-ῶ : βρίσκομαι σε αμηχανία , έχω έλλειψη χρημάτων
Ἀπορῶ , ἠπόρουν , ἀπορήσω , ἠπόρησα , ἠπόρηκα , ἠπορήκειν – ἀποροῦμαι , ἠπορούμην , ἀπορήσομαι , ἠπορήθην , ἠπόρημαι , ἠπορήμην
23 . Ἁρμόττω καὶ ἁρμόζω : εφαρμόσω , τακτοποιώ , ταιριάζω
Ἁρμόττω καὶ ἁρμόζω , ἥρμοττον , ἁρμόσω , ἥρμοσα , ἥρμοκα , ἡρμόκειν – ἁρμόττομαι , ἠρμοττόμην , ἁρμόσομαι , ἁρμοσθήσομαι , ἡρμοσάμην , ἠρμόσθην , ἥρμοσμαι , ἡρμόσμην
24 . Ἁρπάζω : αρπάζω , καταβάλλω , κυριεύω
Ἁρπάζω , ἥρπαζον , ἁρπάσομαι καὶ ἁρπάσω , ἥρπασα , ἥρπακα , ἡρπάκειν – ἁρπάζομαι , ἡρπαζόμην , ἁρπασθήσομαι καὶ ἁρπαγήσομαι , ἡρπασάμην , ἡρπάσθην καὶ ἡρπάγην , ἥρπασμαι , ἡρπάσμην
25 . Ἄρχω : κάνω αρχή , εξουσιάζω
Ἄρχω , ἦρχον , ἄρξω , ἦρξα – ἄρχομαι , ἠρχόμην , ἄρξομαι , ἀρχθήσομαι , ἠρξάμην , ἤρχθην , ἦργμαι , ἤργμην
342